Θάλασσα…


Εναι τ μάτια στέρευτα
σ
ν τ φουρτουνιασμένη θάλασσα
πο
μ`ρωτεύτηκε,
ταν μούστακο
μπαρκάρισα παιδ

λατρεύοντας μία μοῖρα
πο
σφαλλα
σ
ν νόμισα τι ρίζω. Συνέχεια

Ἐσὺ καὶ οἱ Ἄλλοι…

Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης στὸ Ἀλβανικὸ Μέτωπο, 1941.

Ποιᾶς φυλῆς ἀνύπαρχτης ὁ γόνος νά ‘μουν


– – – – τότε μόνο ἐννόησα
– – – – – – – – – – – ποὺ ἡ σκέψη τοῦ Ἄλλου

– – – – – – – – – – – διαγώνια σὰν ἀκμή γυαλιοῦ Συνέχεια

Εὐτυχία…

Εὐτυχία…

γκάλιασε τὸ γυμνὸ κορμὶ
ποὺ ἄχνιζε ἀκόμα ἀπὸ τὴ ζέστα τοῦ ὕπνου
Τρέμουλο εὐτυχίας μυστικῆς
τὸν συγκλόνισε
Καὶ ἄφησε τὰ χείλη
τρυφερὰ
ν’ ἀκουμπήσουν
καὶ νὰ χνωτίσουν Συνέχεια

Πῶς νὰ παλέψῃς;

«Νέκρωσε ἡ σκέψη μου στὸ ἂκουσμα·  μ’ ἒπνιξε ὁ πόνος. Κοίταξα τὴν κυρά μου, στήριγμα καὶ λύτρωση τόσα χρόνια καὶ εἶδα τὸ δάκρυ της νὰ κατηφορίζῃ μέσα στὴν χαρακιὰ του χρόνου.
Πῶς νὰ παλέψῃς αὐτὸν τὸν ἐχθρὸ ποὺ ἡ μοίρα ἒφερε τώρα, στὸ λιόγερμα τῆς ζωῆς·; Πῶς νὰ παλέψης αὐτὸν τὸν ἐχθρὸ ποὺ ὃπλα του εἶναι τὰ λόγια τὰ ψεύτικα, θεός του τὸ χρῆμα καὶ ἀνάγκη του, ἡ ἐξουσία!

Συνέχεια