Ὧρες ἐθνικῆς ντροπῆς…

26 Μαΐου 1834. Ἡμέρα Ντροπῆς γιὰ τὸν Ἑλληνισμό.
Καταδίκη εἰς θάνατον τοῦ Κολοκοτρώνη, μὲ δάκτυλο τῶν Γερμανῶν!

Ὁ Κολοκοτρώνης, ὅταν ἄκουσε κάποιον νὰ τοῦ λέῃ: «ἄδικα σὲ σκοτώνουν, στρατηγέ», ἀπήντησε: «Γι’ αὐτό λυπᾶσαι; Καλλίτερα ποὺ μὲ σκοτώνουν ἄδικα, παρὰ δίκαια!».

Συνέχεια

Ὁ (πραγματικά) ΔΙΚΟΣ μας Ἅγιος!!!

Η Αγία Βαρβάρα, που περιφέρουν τα λείψανά της με τιμές αρχηγού κράτους, έζησε τον 3ο αι. μ.Χ. κάπου στον Λίβανο.
Μωρέ μπράβο! Δεκαεπτά αιώνες και δεν έχει χαθεί ούτε κόκκαλο!

Ο Νικηταράς (Νικήτας Σταματελόπουλος ή Τουρκοφάγος), ο άνθρωπος που ελευθέρωσε την πατρίδα, ο αγνός ήρωας που πέθανε τυφλός και πάμπτωχος, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΑΦΟ.
Ούτε κάποιος γνωρίζει πού είναι τα οστά του. Χάθηκαν!


Συνέχεια

Προσκλητήριον Πολεμιστῶν!

Σήμερα, λόγῳ τῆς ἡμέρας… θὰ ἀσχοληθῶ ΜΟΝΟΝ μὲ τοὺς μεγάλους μας Πολεμιστές, ποὺ σὲ ἐκείνην τὴν μεγίστη πορεία, τὴν Ἑλληνικὴ ἐπανάστασιν, βγῆκαν ἐμπρός, μὴ φοβούμενοι καὶ μὴ ἀντέχοντας τὴν μαύρη ζωὴ τῆς σκλαβιᾶς… κι ἀντιμετώπισαν πολὺ πιὸ πεπαιδευμένους ἐχθροὺς καὶ σαφὼς πολὺ καλλίτερα ἐξοπλισμένους…
Ἄνθρωποι ἀγνοὶ οἱ περισσότεροι, τρυφεροί, συνεσταλμένοι ποὺ ὅμως ἡ Ἀνάγκη τοὺς μετεμόρφωσε σὲ σὲ στρατιωτικούς ἀρχικῶς ἀλλά, σταδιακῶς Γίγαντες καὶ Ὑπερανθρώπους καὶ Ἥρωες…

Συνέχεια

Ναυπλιακά (1862)

Ναυπλιακά (1862)


Η μεγαλύτερη και πιο αιματηρή από τις στάσεις της Α’ Δυναστείας, η οποία τερματίστηκε με εκστρατεία και τακτική πολιορκία του Ναυπλίου. Χίλιοι στρατιώτες υπό τους , Αρτέμιο Μίχο, Πάνο Κορωναίο και τον δικαστικό Γεώργιο Πετιμεζά, μαζί με τους περίπου χίλιους πολιτικούς κρατούμενους στην Ακροναυπλία που απελευθερώθηκαν και μερικές εκατοντάδες νέους εθελοντές, ξεκίνησαν αντιδυναστικό αγώνα. Η βασιλική κυβέρνηση του Αθανασίου Μιαούλη έστειλε εναντίον τους στρατό περίπου 7.000 ανδρών. Μέσα Μαρτίου του 1862, η επανάσταση είχε κατασταλεί. Πολλοί από τους επαναστάτες αμνηστεύτηκαν.

Ἀθανάσιος Μιαούλης

Στο Ναύπλιο, λόγω του αντιδυναστικού πνεύματος που επικρατούσε και που ήταν διαδεδομένο στο στρατό από το 1861, η κυβέρνηση του Αθανασίου Μιαούλη είχε εκτοπίσει αξιωματικούς όλων των όπλων για πειθαρχικά παραπτώματα. Τον Δεκέμβριο του 1861 βρέθηκαν στο Ναύπλιο όσοι υπηρετούσαν στη φρουρά ή στις φυλακές του Ιτς-Καλέ, γύρω στους έντεκα αξιωματικούς, μεταξύ των οποίων οι ανώτεροι Αρτέμιος Μίχος, Πάνος Κορωναίος, Δ. Μπότσαρης και Χ. Ζυμπρακάκης και οι κατώτεροι Δ. Γρίβας, γιος του Θ. Γρίβα, ο Παραμυθιώτης, ο Σμόλενιτς, ο Πραΐδης, ο Μάνος, ο Κατσικογιάννης, ο Παγένος και ο Δημόπουλος. Συνέχεια

«Συγγνώμη Νικήτα μου…»

Κι ἐκεῖ ποὺ ἐπάσκιζα νὰ κοιμηθῶ, ἔρχονταν οἱ σκέψεις καὶ μοῦ γέμιζαν τὸ μυαλὸ εἰκόνες…
Εἶχα πάλι καταπιασθεῖ μὲ ἐκεῖνον τὸν Βῶκο καὶ τὰ ἐγκλήματά του μὲ τὸν ἐμπρησμὸ τοῦ στόλου μας.
Ἤμουν ἐξοργισμένη μὲ τὶς μεθοδεύσεις, μὲ τὶς προδοσίες, μὲ τὶς ἐξαγορὲς συνειδήσεων…

Ἔκλεισα τὰ μάτια καὶ στριφογύριζα. Ἀδύνατον. Δὲν ἐρχόταν ὁ ὕπνος.
Ἀκόμη μία νύκτα μὲ ἐνοχές… Μὲ τύψεις…
Κι ἐξ αἴφνης, ἔτσι, δίχως νὰ μὲ εἰδοποιήσῃ, βγαίνει ἐμπρός μου ὁ Νικήτας, ὁ Τουρκοφάγος.
Μέσα στὰ αἵματα τὸ πρόσωπό του καὶ τὰ ῥοῦχα του…
Συνέχεια

Νικήτας Σταματελόπουλος ἤ Νικηταρᾶς ὁ Τουρκοφάγος (1782-1849)

Νικηταρά –Νικηταρά

Πού ᾽χεις στα πόδια σου φτερά

και στην καρδιά ατσάλι.

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Ο Νικηταράς ήταν Αρκάς. Γεννήθηκε στο χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης το 1782 και πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας. Η μητέρα του Σοφία Καρούτσου ήταν αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς λοιπόν ήταν ανιψιός του Γέρου του Μωριά. Κατά μία άλλη εκδοχή, ο Νικηταράς γεννήθηκε το 1784 στο χωριό Νέδουσα Μεσσηνίας, ένα μικρό χωριό στους πρόποδες του Ταΰγετου, προς την μεριά του Μιστρά, 25 περίπου χιλιόμετρα από την Καλαμάτα. Έτσι κι αλλιώς, τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του πατέρα του, στο χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας. Εντεκάχρονος, βγήκε στο αρματολίκι ακολουθώντας τον πατέρα του. Αργότερα εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης, ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και την ευρωστία του. Ήταν ψηλός, μελαχρινός, πρώτος στο πήδημα και γρήγορος στο τρέξιμο. Η αλληλοεκτίμηση και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ του Καπετάνιου και του Νικηταρά, οδήγησαν τελικά στον γάμο του  με την κόρη του Ζαχαριά, την  Αγγελίνα. Το 1805, στο μεγάλο διωγμό των κλεφταρματολών, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην Ζάκυνθο. Έκτοτε,  δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Την αφοσίωση του Νικηταρά προς τον θείο του ο λαός την είπε με δύο λόγια. « Μπροστά πηγαίνει ο Νικηταράς και πίσω ο Κολοκοτρώνης»  αλλά και θέλοντας να τονίσουν την στενή και άρρηκτη σχέση των δύο ανδρών έλεγαν: « Η κεφαλή ήτο του Κολοκοτρώνη και η χειρ του Νικηταρά ».

Συνέχεια