Ἡμέρες ποὺ εἶναι…

Ἡμέρες ποὺ εἶναι...7

«Ημέρες που ‘ναι και πάλι θα κουβαλούν λαμπατέρ απ’ τα Ιεροσόλυμα», ας μνημονεύσω τα λόγια του Ψαριανού παπά Νικόλα, μακαρίτη πια.

«Εγώ Σοφία μου, δεν θέλω να φέρνει το Λιμενικό το Άγιο Φως απ’ έξω, δεν το παραλαμβάνω, είναι κοροϊδία τα έξοδα, οι μπενζίνες, τόσοι άνθρωποι να τρέχουν, τόσες παράτες και φιέστες.

Εγώ πάντα δίνω το φως απ την ακοίμητη καντήλα της εκκλησίας του νησιού, αγιασμένο φως απ τις προσευχές, τις χαρές, τους πόνους και τα δάκρυα των ανθρώπων του νησιού μας.
Τι να το κάνω το εισαγόμενο απ’ τα Ιεροσόλυμα; Πιο άγιο είναι εκείνο απ’ το δικό μας, το ψαριανό;».

Όχι, παπά μου, που ήσουν και ψαράς, δεν είναι. Τα πράγματα τ’ αγιάζουν οι άνθρωποι, όχι τα αεροπλάνα και τα λούσα.

Σοφία Λαμπίκη

Αν και δεν σε γνωρίζω προσωπικώς, κοπέλλα μου, σ’ ευχαριστώ για το άγγιγμα ψυχής που μου έστειλε ένας καλός φίλος μου από την σελίδα σου στο φατσοβιβλίο. Μοίρα καλή μου επιφύλαξε, βλέπεις, να γνωρίσω τον παπά Νικόλα των Ψαρών και να γίνουμε φίλοι.

Καλή Ανάσταση να έχεις με φως από ένα ταπεινό κερί μιας άσημης εκκλησίας, χωρίς λούσα και αεροπλάνα, ακριβώς όπως θα ήθελε κι’ εκείνος…

Ιωσήφ Παπαδόπουλος

Ο Ιωσήφ Παπαδόπουλος συζήτησε με τον αείμνηστο παπα Νικόλα, όταν ο πρώτος σταμάτησε για λίγο στο νησί των Ψαρρών, επιστρέφοντας με το φουσκωτό σκάφος και τους φίλους του απ’ την Κωνσταντινούπολη τον Μάϊο του 2005.

Η συζήτηση εκείνη αποτυπώθηκε στην βιντεοταινία που ακολουθεί. Η ίδια βιντεοταινία προσετέθη ήδη στο editorial με τίτλο: «Παπα Νικόλα βίρα τις άγκυρες»:

Κάμερα : Νίκος Κονιτσιώτης.

Μοντάζ : Ιωσήφ Παπαδόπουλος.

Παπα Νικόλα, βίρα τις άγκυρες…Ἡμέρες ποὺ εἶναι...5

Νικόλαος Γιαννάκος….. Νικόλαος Γιαννάκος….. Νικόλαος Γιαννάκος… Παπα Νικόλα μου γιατί δεν απαντάς; «Έφυγα, Ιωσήφ παιδί μου, έφυγα. Τα δίκτυα και η βάρκα με περίμεναν στο νησί, το ίδιο και το κτήμα, αλλά Εκείνος με διέταξε χθες να λύσω κάβους και να πάμε μαζί για την μεγάλη καλάδα, και δεν κατάφερα βλέπεις να αρνηθώ…» Ηχούν αργά οι καμπάνες στα Ψαρά από χθες, μεσίστιες οι σημαίες κυματίζουν, η ολόμαυρη ράχη πενθεί κι’ αυτή, καθώς τα πόδια σου δεν θα την ξαναπατήσουν. Δεν άντεξες να με περιμένεις άλλο παπα Νικόλα. Συνεχώς ανέβαλα τον ερχομό μου στο νησί, για το ταξειδιωτικό του περιοδικού, και τώρα που θα έλθω εσύ θα λείπεις… Η δική μου ολιγωρία κάνει τώρα τον πόνο μου διπλό…

 

Ἡμέρες ποὺ εἶναι...2Παραμιλώ απ’ την στιγμή που το έμαθα, κυττάζω τις φωτογραφίες που βγάλαμε μαζί, το βίντεο που μας τράβηξε στο αγαπημένο σου νησί ο Κονιτσιώτης, καθώς με μάλλωνες γιατί… σου έμοιαζα, και αδυνατώ να πιστέψω ότι θα είμαι μόνος όταν φθάσω στα Ψαρρά. Τα χέρια μου κοκκάλωσαν πάνω απ’ το πληκτρολόγιο. Ξέχασα θαρρείς τα ελληνικά, την σύνταξη, την ορθογραφία. Γράφω συνήθως με ευκολία περισσή, κατεβατά ολάκερα, και το ήξερες αυτό  εσύ παπα Νικόλα. Ε, να τώρα που δεν μπορώ να γράψω ούτε δύο λέξεις χωρίς να κομπιάζω, χωρίς να ειρωνεύομαι τον εαυτό μου για την ανημπόρια μου να σε κατευοδώσω όπως σου αξίζει…

Ἡμέρες ποὺ εἶναι...3«Βρε Ιωσήφ μου, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις», με νουθετούσες την τελευταία φορά που τα λέγαμε μπροστά στο καφενεδάκι, στο λιμάνι των Ψαρρών. «Συγχώρησε όσους σε πίκραναν, και άσε να σε πλησιάσουν. Μην τους κρατάς κακία». Το ένοιωθα πως κατά βάθος δεν τα πίστευες αυτά, γιατί ήσουν σαν και μένα. Το παραδεχόσουν μάλιστα και χαμογελούσες με νόημα, όποτε σου θύμιζα δικά σου «καμώματα». Χαμογελούσε η καρδιά σου, τα μάτια σου, χαμογελούσες ολόκληρος. Απόλυτος στις Αξίες σου, αγέρωχος και σκληρός απέναντι στους ποταπούς και τους «μεγάλους», όπως η ολόμαυρη ράχη που συχνά περπατούσες, απτόητος και ανυποχώρητος όταν υπερασπιζόσουν την Αλήθεια σου. Έπρεπε όμως να τα πεις στον φίλο σου δημοσιογράφο, και του τα έλεγες με αγάπη… «Σ’ αγαπώ βρε», μου έλεγες στο τέλος, «σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις. Είσαι το ίδιο αγύριστο κεφάλι σαν και μένα…»

Ἡμέρες ποὺ εἶναι...1Παπα Νικόλα, θα πουν κάποιοι ότι έζησες αρκετά.  Δεν έφυγες νέος. Έφτασες τα ογδόντα δύο χρόνια. Καλά σου ήταν, θα πουν. Για μένα όμως ήταν λίγα, ελάχιστα, γιατί ήσουν πολύ νέος στην ψυχή, στα κουράγια. Δεν μπορούσες να ζήσεις άλλο τόσο μπας και σε προλάβω; Βιράρισε βιαστικά την άγκυρα ο Μάκης, δυο χρόνια πριν, και τον ζήλεψες φαίνεται, καθώς τον είδες ν’ αρμενίζει στην μπουνάτσα τ’ ουρανού. Τον θυμάσαι τον φίλο μου τον Μάκη, δεν τον θυμάσαι; Εκείνος ο χαμογελαστός «Βίκινγκ» ήταν, με τα ξανθά μακριά μαλλιά και τα μούσια, που πρωτογνώρισες όταν επιστρέφαμε από Κωνσταντινούπολη με το φουσκωτό και τις καπετάνισές μας, και δέσαμε να ξαποστάσουμε λίγο στον ίσκιο της ολόμαυρης ράχης, τον Οκτώβριο του 1990. Εκεί στον ντόκο σε βρήκαμε, ντυμένο με τα ράσα, να νετάρεις τα δίχτυα σου. Και μείναμε εκεί να σε κυττάζουμε αποσβολωμένοι. Πέρασε κάμποση ώρα μέχρι να νοιώσουμε πως έπρεπε να μιλήσουμε μαζί σου. Κι’ εκεί άρχισαν θαρρείς όλα…

Ἡμέρες ποὺ εἶναι...6Κάτι σ’ έπιανε, το ξέρω, κάθε που ξεμπάρκαραν στο νησί οι επίσημοι και οι λιμοκοντόροι, για να φανούν απλώς, να κλέψουν καμμιά ψήφο. Κάτι σ’ έπιανε, καθώς έβλεπες το ιερατείο να ασχημονεί, να υποκρίνεται, να σε κάνει να ντρέπεσαι που είσαι κι’ εσύ παπάς. Σ’ ευγνωμονεί το μικρό ηρωϊκό νησί του Αιγαίου, το νησί σου, που ευτύχησε να έχει τέτοιο Ιερέα, τέτοιον Άνθρωπο, τέτοιο Φίλο. Έναν σύγχρονο Παπαφλέσσα, έτοιμο να Ἡμέρες ποὺ εἶναι...4δώσει την ψυχή του, αν χρειαστεί, για τον ιερό βράχο του Αιγαίου. Τυχερά τα παιδιά σου, τα αδέλφια σου, οι φίλοι σου, οι Ψαρριανοί, που ήσουνα δικός τους. Σ’ ευγνωμονεί η ακριτική και ξεχασμένη Ελλάδα, γιατί την αγάπησες και την τίμησες με την παρουσία σου και την παρρησία των λόγων σου.  Σ’ ευχαριστώ κι’ εγώ που μού έκανες την τιμή να λέω πως υπήρξα φίλος σου. Σ’ ευχαριστώ, ακόμη και αν η απουσία σου μου αφήνει ένα κενό απίστευτο. Σ’ ευχαριστώ γιατί με έκανες να νοιώσω πως δεν ήμουν μόνος, πως δεν είμαστε μόνοι.

Καλό σου ταξείδι παπα Νικόλα, φίλησέ μου τον Μάκη και κράτησέ μου μια θέση στην μαρίνα του Παραδείσου να δέσω δίπλα σας…

Ιωσήφ Παπαδόπουλος.

Είχα την τύχη, μια απ’ τις πολλές εκείνες αξέχαστες συζητήσεις που είχα με τον αείμνηστο παπα Νικόλα, να βιντεοσκοπηθεί από τον φίλο μου Νίκο Κονιτσιώτη. Ήταν τον Μάϊο του 2005, όταν σταματήσαμε στο νησί των Ψαρρών επιστρέφοντας με τα φουσκωτά  μας σκάφη απ’ την Κωνσταντινούπολη. Ιδού τώρα εκείνη η συζήτηση. Του μοντάζ επιμελήθηκε ένας άλλος καλός μου φίλος, ο Γιώργος Μισετζής από την Χίο.

 rib and sea

(Visited 181 times, 1 visits today)




Leave a Reply