Βροχὴ

Κ’ ἦταν χρόνος, κατὰ πρὶν τὸ ἐξημέρωμα τῆς νυκτός…
Τ’ οὐρανοῦ ἐχαθῆκαν τὰ φῶτα
καὶ δύναμις ὀργισμένη ἠκούσθη μεγάλη.
Ἐσχιζόταν σὲ πέρα τόπους μακρινούς,
μὰ κι ἐδῶ δά, μιὰ σπιθαμὴ ἀπὸ τὰ μάτια μου
καὶ κραυγὲς φοβερὲς ποὺ τρόμον ἔφεραν,
μέσα ἀπὸ τὰ σκοταδιασμένα του πληγωμένα γαλάζια.
Συνέχεια

Ὁ Δῆμος καὶ τὸ καρυοφύλλι του

Ἐγέρασα, μωρὲς παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης
τὸν ὕπνο δὲν ἐχόρτασα, καὶ τώρ᾿ ἀποσταμένος
θέλω νὰ πάω νὰ κοιμηθῶ. Ἐστέρεψ᾿ ἡ καρδιά μου.
Βρύση τὸ αἷμα τὄχυσα σταλαματιὰ δὲ μένει.

Θέλω νὰ πάω νὰ κοιμηθῶ. Κόψτε κλαρὶ ἀπ᾿ τὸ λόγγο
νά ῾ναι χλωρὸ καὶ δροσερό, νἆναι ἀνθοὺς γεμάτο,
καὶ στρῶστε τὸ κρεβάτι μου καὶ βάλτε με νὰ πέσω.

Ποιὸς ξέρει ἀπ᾿ τὸ μνῆμα μου τί δέντρο θὰ φυτρώσει!
Κι ἂν ξεφυτρώσει πλάτανος, στὸν ἴσκιό του ἀπὸ κάτω
θά ῾ρχονται τὰ κλεφτόπουλα τ᾿ ἄρματα νὰ κρεμᾶνε. Συνέχεια

Ἡ ποίησις.

Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ ἔντυνες μία φορὰ τὴ γυμνὴ μέθη μας
ὅταν κρυώναμε καὶ δὲν εἴχαμε ροῦχο νὰ ντυθοῦμε
ὅταν ὀνειρευόμαστε, γιατί δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ζωὴ νὰ ζήσουμε
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σύννεφα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὴ ρέμβη μας;
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σώματα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὸν ἔρωτά μας;
Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ κλειστεῖς μέσα σὲ σχήματα Συνέχεια

Ὀμορφιά.

Εὐγενικὸ ὅ,τι πέθανεν ἐδῶ,
ποὺ στοίχειωσε τὸ πέταγμα τῶν γλάρων.
Ἁβρὸν ὅ,τι κι ἂν πέρασε ἀπ᾿ τὸ φάρο
κι ἔζησε λίγο στὴν ὑγρὰν ὁδό,
κι ὁ ψίθυρος ὡραῖος τῶν ἐπῳδῶν,
-μνήμης ρᾴθυμο κίνημα βλεφάρων – Συνέχεια