Ὡραία Ἐσύ

Ὡραία ἐσὺ δροσιὰ τῶν φύλλων,
πιστὴ τῆς μοναχικῆς λιμναίας θεᾶς,
τῆς Ἀρτέμιδος ἐλάφι ξανθόν,
τὴν βροχὴν τοῦ βουνοῦ ν’ ἀγαπᾶς.

Ὡραία τοῦ αὐγούστου ἐσὺ θέρμη,
ἐραστής σου ὁ δραπέτης νοτιᾶς,
τοῦ Ἑρμέα ταχὺς συνάγγελλος,
τὴν σταχτιὰ συννεφιὰ ἀγκαλιὰ νὰ κραττᾶς. Συνέχεια

Ὕμνος στὸ βόλεμα ἢ Τὸ τραγούδι τοῦ νεκροῦ

Ὦ βόλεμα, ὦ βόλεμα!
Ὦ γλυκειὰ ἀδράνεια,
Ὦ ἀσφαλὲς λιμάνι

Πόσοι σὲ ἀρνήθηκαν ἀπὸ ἐδῶ,
γιὰ νὰ τρέξουν στὴν ἀγκαλιά σου ἐκεῖ. Συνέχεια

Ὅσοι Ἕλληνες ὅ,τι εἶσθε μὴ ξεχνᾶτε…

 

«Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,
ὅ,τι εἶσθε μὴ ξεχνᾶτε,
δὲν εἶστε ἀπὸ τὰ χέρια σας μονάχα, ὄχι.
Χρωστᾶτε καὶ σὲ ὅσους ἦρθαν, Συνέχεια

Ἐλθὲ Ἡρακλέα, ἐλθὲ

Τὸ χέρι ὁποὺ μαχαίρι βαστᾶ,
σὲ κανένα δὲν ἀνήκει χρῶμα,
παρὰ σὲ φονιᾶ.
Κι ἄν μὲ αἷμα τ’ ἀτσάλι ποτίσῃ,
δὲν τὸ ἔκαμε κόμα βολῆς,
τοῦ μυαλοῦ τὸ ἔκαμε ἡ πλύσις.   Συνέχεια