Δὲν γεννήθηκαν θύματα.

Δεν γεννήθηκαν θύματα,
τα θύματα που γνώρισες
μετά τη γενοκτονία
αυτό πρέπει να θυμάσαι
κάθε φορά που τα βλέπεις
αλλιώς θα νομίζεις
ότι ήταν η μοίρα τους
και τίποτα δεν μπορούσε
ν’αλλάξει από τη ζωή τους
Συνέχεια

Καβοντορίτικον Φεγγάρι

γθελα ν ζ μ τν ἡέλιον μνον.

Πσω π φυλλματα πυκν μ πρσινον…

μ κρσταλλον σχηματισμνα,

ν χνομαι π’ τ μτια του.

Συνέχεια

Πῶς μᾶς θέλει ἡ «ἀληθὴς δημοκρατία»

Νὰ μὴν ἀκούω καὶ νὰ μὴ βλέπω νὰ πατῶ.
Νὰ μὴ νογάω καὶ νά ῾χω τὸ στόμα βουλωτό.
Νὰ μὴ μὲ φαρμακών᾿ ἡ μπόχα τοῦ καιροῦ μου.
Χωρὶς αὐτιὰ καὶ μάτια, μύτη καὶ μυαλό,
μουγκὸς νὰ πηαίνω, ὅποτε μοῦ ῾ρθει, πρὸς νεροῦ μου,
κι ἅμα τσινάει ὁ Γάϊδαρος νὰ μὴ γελῶ.
Καὶ σὰ μὲ καρυδώνουνε μουνοῦχο σκλάβο
οἱ Ἀμερικάνοι, ἐγὼ νὰ βλαστημάω τὸ Σλαῦο. Συνέχεια

Μὲ ἕνα κρινάκι τοῦ ἀγροῦ τὶς πιὸ ἄγριες νύκτες μας φώτισα…

Νὰ μὲ θυμόσαστε – εἶπε.
Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα

 χωρὶς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σὲ πέτρες κι ἀγκάθια,
γιὰ νὰ σᾶς φέρω ψωμὶ καὶ νερὸ καὶ τριαντάφυλλα.
Τὴν ὀμορφιὰ
 Ποτές μου δὲν τὴν πρόδωσα. Ὅλο τὸ βιός μου τὸ μοίρασα δίκαια.
Μερτικὸ ἐγὼ δὲν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ᾿ ἕνα κρινάκι τοῦ ἀγροῦ
 τὶς πιὸ ἄγριες νύχτες μας φώτισα. Νὰ μὲ θυμᾶστε.
Καὶ συγχωρᾶτε μου αὐτὴ τὴν τελευταῖα μου θλίψη:
Θἄθελα
Συνέχεια

Οἱ μοιραῖοι

Μὲς στὴν ὑπόγεια τὴν ταβέρνα,
μὲς σὲ καπνοὺς καὶ σὲ βρισιές,
ἀπάνου ἐστρίγγλιζε ἡ λατέρνα
ὅλη ἡ παρέα πίναμε ἐψές,
ἐψές, σὰν ὅλα τὰ βραδάκια,
νὰ πᾶνε κάτου τὰ φαρμάκια. Συνέχεια

Στή Νεολαία μας

Αὐτὸ κρατάει ἀνάλαφρο μὲς στὴν ἀνεμοζάλη
τὸ ἀπὸ τοῦ κόσμου τὴ βοὴ πρεσβυτικὸ κεφάλι,
αὐτὸ τὸ λόγο θὰ σᾶς πῶ, δὲν ἔχω ἄλλο κανένα:
Μεθύστε μὲ τ᾿ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ Εἰκοσιένα.

(1η Νοεμβρίου 1940) Συνέχεια