— Ἐσὺ κορίτσι μὲ τῶν ἀνέμων τὰ χρώματα
καὶ τῶν λευκῶν ἀφρῶν τὴν ἀνεμελιάν,
τῶν καθάριων πελάγων,
ἐσὺ ποὺ τοὺς γιαλοὺς ὀρμηνεύεις,
ποὺ ᾿χεις τὸ σπάνιον τοῦ γελαστοῦ κοριτσιοῦ,
ἦλθες σὲ Λόγον φρόνιμον τῆς νυκτὸς
κι ἤσουν ἁρματωμένη χαμόγελον ἡλιακόν,
πρὶν τὸ πρῶτον τῶν γλάρων πέταγμα,
τὴν νηνεμιὰν χαράξῃ τῶν οὐρανῶν.




Ὁλονυχτιὰ εἰς τ’ ἀψηλὰ σὲ εἶδα ὀρθή.