Ἄρχω Ἀρχίζω καὶ Ἀρχή.

Ἡ λέξις Ἀρχὴ σημαίνει ἔναρξις, ἀφετηρία, πρώτη  αἰτία, βασικὸν στοιχεῖον, προϋπόθεσις, θεμελειώδης πρότασις ἀμέσως φανερά, μὴ χρήζουσα ἀποδείξεως.

Ούσιαστικῶς ἡ λέξις Ἀρχὴ σημαίνει καὶ τὴν ἔναρξιν ἀλλὰ καὶ τὴν βασικὴ προϋπόθεσιν γιὰ μία δημιουργία ἤ γιὰ μίαν διαδρομή.
Διότι ἡ Ἀρχή, ποὺ εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ παντός, γιὰ νὰ γίνῃ ἀπαιτεῖται νὰ γνωρίζουμε καὶ τὸ τέλος. Δῆλα δὴ νὰ ἐμπεριέχῃ καὶ τὸ Τέλος μέσα της.
Ὅταν ξεκινᾶμε νὰ δομήσουμε κάτι, ἐὰν δὲν γνωρίζουμε καὶ τὸ ποῦ θέλουμε νὰ φθάσουμε, τότε δὲν ἔχει κάποιο νόημα ἡ ἐκκίνησις.
Ἐὰν δῆλα δὴ δὲν γνωρίζουμε ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ καὶ τὸ τέλος, τὴν ἴδιαν στιγμὴ ποὺ γνωρίζουμε τὴν Ἀρχή,  τότε ὅ,τι κι ἐὰν θὰ ξεκινήσουμε, ἁπλῶς δὲν θὰ ὁλοκληρωθῆ.
Συνεπῶς, ἐὰν μᾶς τὰ ἐξηγοῦν καλὼς οἱ λεξικογράφοι καὶ ὁ Ἀριστοτέλης, τότε ἡ Ἀρχή, ποὺ εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ παντός, πρέπει νὰ ἐμπεριέχῃ μέσα της καὶ τὸ τέλος ἀλλὰ καὶ τὴν ἐνδιάμεσον διαδρομή.

Ἀρχίζω (καὶ ἀρχεύω) σημαίνει ἄρχομαι, κάνω ἔναρξιν πράξεως ἤ ἔργου.

Ἄρχω σημαίνει εἶμαι πρῶτος, προηγοῦμαι, κάμνω ἀρχήν τινος, εἶμαι εἰς τὴν ἀρχήν, ἐξουσιάζω, κυβερνῶ, εἶμαι ἄρχων, ὑπερισχύω, κάμνω ἔναρξιν καὶ εἶμαι ἡ αἰτία, ἡ ἀφετηρία τινος.

Ἐν ὁλίγοις.
Ἄρχω μίας ἀρχῆς (καὶ φυσικὰ τοῦ τέλους) ὅταν ὁρίζῳ, καθορίζῳ, κατέχῳ ἀπολύτως τὸ ποῦ θέλω νὰ φθάσω, μέσῳ ποίας διαδρομῆς καὶ μὲ ποιὸ κόστος.
Εἶμαι ἀπολύτως κύριος τοῦ ἑαυτοῦ μου, τῶν πράξεῶν μου καὶ φυσικὰ τηρῶ τὶς δεσμεύσεις μου.

Ἐὰν θέλῳ νὰ ἄρχῳ τῶν πράξεῶν μου, τοῦ ἑαυτοῦ μου, τῶν ὀνείρων μου, ὀφείλω νὰ ξέρω καὶ τὴν ἀρχὴ ἀλλὰ καὶ τὸ τέλος τῶν ὅσων προγραμματίζω.
Διαφορετικῶς Ὑπ-Ἄρχω.

Φιλονόη

Ὅλες οἱ πληροφορίες ἀπὸ τὸ λεξικὸν Δημητράκου.

(Visited 154 times, 1 visits today)




Leave a Reply