Τρελλὸς χορὸς στὸ Ἁλῶνι τοῦ παπποῦ

Τρελλὸς χορὸς στὸ Ἁλῶνι τοῦ παπποῦἈπαγορεύεται ἡ λήψις τμημάτων αὐτοῦ ἢ τοῦ συνόλου του, γιὰ ὁποιανδήποτε χρῆσιν ἢ ἐκμετάλλευσιν, χωρὶς τὴν ἄδεια τοῦ κυρίου Πετροπούλου.

Φιλονόη

ΤΡΕΛΛΟΣ ΧΟΡΟΣ ΣΤ᾿ ΑΛΩΝΙ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ
Γιομίσαμε τὶς χοῦφτες σαπουνόφουσκες καὶ πιάσαμε τρελλὸ χορὸ ἐγὼ καὶ ἡ χαρά μου, πισθάγγονα δεμένοι, στ᾿ ἁλώνι τοῦ παπποῦ.
Γύρω σφῆκες πολλές, ἀμέτρητες, τὸ βουϊτό των τυλίγουν γύρω ἀπὸ τῆς κληματαριᾶς τὸ μάτι, γύρω ἀπὸ τὸν μποῦστο τῆς ροδιᾶς.
Γύρω, σκῖνα καὶ βᾶτα φρουροῦν τ᾿ ἁλώνι ἀπ᾿ τὴν ὀσμὴ τῶν ποντικῶν καὶ μήτε ἀφήνουν νὰ περάση τ᾿ ἄλικο φῶς τῆς ροδαυγῆς
μηδὲ κάποιο παράπονο πέρα ἀπ᾿ τὸν νοτιὰ νὰ φθάσῃ.
Καὶ ὁ παπποῦς ὁλόρθος, ἀστραποβολᾶ ντυμένος τὴν στολὴ τοῦ ἀσβεστίου κυττᾶ δεξιά, κυττᾶ ζερβά, κυττᾶ κατὰ Μισσίρι
καὶ μὲσ᾿ στὰ μάτια μου κυττᾶ μὲ κειὰ τὰ μάτια τὰ μεγάλα, τὰ τρύπια καὶ βαθουλωμένα σκοτεινά του μάτια, μάτια ποὺ κάποτες ἐχώρεσαν τὸν κόσμο.
Πατᾶ δεξιά, πατᾶ ζερβά, πατᾶ στοῦ πέλαου τὸ στῆθος, στὸ στῆθος μου πατᾶ μὲ κειὰ τὰ πόδια τὰ μεγάλα, τὰ τρεμάμενα
ποὺ τρίζουν σὰν μαγγάνι σκουριασμένο, πόδια ποὺ κάποτες ἐδρασκέλιζαν τὸν κόσμο.
Τώρα πιάνεται ἀπὸ τὸ χέρι μου, μετρᾶ τὰ δάχτυλά μου, τὸν χρόνο λογαριάζει τὸν βρίσκει λιγότερο ἀπὸ τὰ ὀστᾶ τοῦ στέρνου του· νὰ γιατὶ ἀπέθανα λογιέται.
Νὰ γιατί ἡ ἡμέρα μοῦ φαίνεται μικρὴ καὶ ἡ νυκτιὰ μεγάλη.
Τὸ παγωμένο γέλιο του παγώνει μου τὶς προσδοκίες.
Μὰ ἐγὼ ἀφήνω τὴν ἀνάσα μου νὰ ξεχυθῇ σὰν γρέκι στὴν συκιὰ καὶ νὰ γιομίσουνε τὰ στήθια μου τὰ χνῶτα τοῦ ἀποσπερίτη.
Καὶ ἡ χαρά μου καλὰ κρατεῖ, μὲ τὴν οὐρὰ τῶν ξέπλεκων μαλλιῶν της νὰ περισφίγγεται στὴν μέση τοῦ μεσημεριοῦ.
Ὦ τρίσβαθα τοῦ στεναγμοῦ!
Μὲ πόσες ὑλακὲς προστάξατε τὸν ἴσκιο μου νὰ τραβιχτῇ πίσω ἀπὸ τὰ κυπαρίσσια;
Μ᾿ αὐτὸς σφιγμένος στὴν ράχη κάποιου πεύκου βύζαινε τὸ ρετσίνι του, κρεμασμένος στὸν τράχηλο τοῦ δειλινοῦ, μεγάλωνε μαζὶ μὲ τὴν τροχιὰ τοῦ ἥλιου.
Ὦ στεναγμέ! Μὲ πόσα μουγγριτὰ προσπάθησες τὸν φόβο νὰ φωλιάσῃς κάτω ἀπ᾿ τὶς μασχάλες μου;
Μὰ ἡ χαρὰ καλὰ κρατεῖ κι ἡ ἀγάπη περισσεύει.
Τώρα ὅποιο βῆμα κι ἂν στραβοπατήσῃ, θὰ εἶναι ἀπὸ λαχτάρα.
Τώρα ὅποιο τσίνορο κι ἂν τρεμοπαίξῃ, θὰ εἶναι ἀπὸ θύμηση.
Τώρα ὅποιο κόκκαλο κι ἂν τρίξῃ, θὰ εἶναι ἀπὸ συμπόνοια.
Οἱ ἔρωτες οἱ πεθαμένοι, θὰ σπάσουνε τὸ μάρμαρο, θὰ σπάσουν τὴν σιωπὴ παρατεταγμένοι ζερβόδεξα τῆς γραμμῆς ποὺ τ᾿ ὄνομά μου χαράζει στὴν ἄμμο
θ᾿ ἀνασηκωθοῦν ἀργὰ – ἀργὰ σὰν κουρασμένοι ρετσινάδες κι ἁπλώνοντας τὴν φλόγα των κατὰ τὴν ἑσπερία,
ὅσος θρῆνος τοὺς ἀπέμεινεν
ὅση ὀργὴ τοὺς ἐπερίσσευσεν,
ὅση πίκρα διεπότισε τὴν ὁλκή των,
ὅλα μὲ μία ὀλολυγὴ
πρὸς τὸν βυθιζόμενο πίσω ἀπὸ τὰ γόνατα τῆς κοιμωμένης ἥλιο θὰ τὰ στείλουν·
νὰ τοῦ θυμίσουν πὼς κάποτες κι αὐτοὶ ἐχαίροντο τὴν βασιλεία του
νὰ τοῦ θυμίσουν πὼς κάποτες, ἔπλεκαν ὄνειρα καθισμένοι στὸν ἴσκιο ποὺ ἔστρωναν οἱ αἰώνιοι ὅρκοι στοῦ εὐκαλύπτου τὰ ριζὰ
μέχρι ποὺ ἐπρόδωσε τὴν πίστη των ἡ λαχτάρα τοῦ καινούριου
μέχρι ποὺ ἐπρόδωσε τὴν πίστη των ἡ περιέργια τοῦ ἀγνώστου κι ἀπέθαναν γονατιστοί, μὲ τὴν ἄντη στὰ χείλια των πρὸς τὸν ἀείζωο.
Τουλάχιστον αὐτοὶ ἀπέθαναν στὸν τόπο π᾿ ἀγαποῦσαν.
Δὲν ἀντέχεται ὁ θάνατος σὲ ξένο τόπο· εἶναι μιὰ τρύπα στὸ μάτι τοῦ ἀγέρα ποὺ κτίζουν φωλιὲς ὅσα πετούμενα
πού ξερνοῦν τὸ σάλιο τῆς σπορᾶς κι εἶναι τὰ δόντια τους σὰν δάκτυλα ἀναμνήσεως γαντζωμένα στὴν μάντρα τοῦ Αὐγούστου.
Ἀφήνουνε ἀχνάρια στὴν πλάτη τῆς νυκτιᾶς.
Πῶς νὰ πάψῳ νὰ νοσταλγῷ, πῶς νὰ πάψῳ ν᾿ ἀγαπῷ;
Γύρω μου γελοῦν οἱ ἄρρωστοι καὶ κλαῖν τὰ παιδιὰ ἀπὸ ἀχαριστία.
Γύρω μου χίλια κεφάλια μὲ πίλους δεμένα στὴν ἄκρη τοῦ μεσημεριοῦ
καραδοκοῦν ν’ ἁρπάξουν τὰ μαλλιὰ καὶ τὴν θηλὴ τοῦ μαστοῦ μου.
Μὲ μιὰν ἀνάσα νὰ σὲ ρουφήξῳ χῶμα μου, χῶμα ποὺ χώνεψες τόση σάρκα δικῶν μου
μὲ ἕνα βλέμμα νὰ σὲ χορτάσῳ θάλασσα, θάλασσά μου ποὺ ἔπνιξες τόσους ἀναστεναγμούς.
Ὕστερα θὰ τραγουδήσω καὶ θὰ χωρέψω γιὰ τελευταία φορά.
Τώρα ἐκεῖ στ’ ἁλώνι τοῦ παπποῦ ἐγὼ καὶ ἡ χαρά μου θ᾿ ἁλωνίσουμε τὸν κόσμο·
αὐτὸν ποὺ κάποτες ἐδρασκέλιζαν τὰ μεγάλα, τὰ τρεμάμενά του πόδια
αὐτὸν ποὺ κάποτες ἐχώρεσαν τὰ τρύπια καὶ βαθουλωμένα σκοτεινά του μάτια.
Ἀπὸ τὴν συλλογὴ «Νέφος μελαμφαές» (2003 – 2004)
(Visited 108 times, 1 visits today)




2 thoughts on “Τρελλὸς χορὸς στὸ Ἁλῶνι τοῦ παπποῦ

  1. Όπως λέει και το τραγούδι …´Εκανε το πόνο του κουράγιο…´ , τώρα , το Πόνο ´Ποίησή ´:

    Η ΜΟΝΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ

    Ο Λαός μας δια μέσου των αιώνων, με την Ποϊηση του … Ομηρική Κληρονομιά, μπόρεσε να επιζήσει, ν´αντέξει τα χτυπήματα της Ζωής και να σταθεί όρθιος, ακόμα κι όταν … Όλα γύρω του είναι … Μαύρα .

Leave a Reply