Ὕμνος εἰς τὸν Δήλειον Ἀπόλλωνα…

Ὕμνος εἰς τὸν Δήλειον Ἀπόλλωνα...ΥΜΝΟΣ εἰς ΤΟΝ ΔΗΛΕΙΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ
ΟΜΗΡΟΣ

Τὸν ᾿Απόλλωνα φέρνω στό νοῦ καί δέν ξεχνῶ, τό μακροβόλο,
πού κι οἱ θεοί τόν τρέμουνε σάν φτάνει στ᾿ ἀνάκτορο τοῦ Δία,
κι ὅλοι εὐθύς σηκώνονται ἀπό τά ἕδρανα καθώς σιμώνει
καί τ᾿ ἀστραφτερά τόξα του τεντώνει 1.
5 Μόνο ἡ Λητώ στόν φιλοκέραυνο πλάϊ το Δία μένει.
Τή χορδή χαλαρώνει καί τήν φαρέτρα σφαλεῖ.
Μέ τά χέρια της ἀπ᾿ τούς ρωμαλέους ὤμους τό τόξο κατεβάζει
καί τό κρεμᾶ στοῦ πατρικοῦ κίονα πάσσαλο χρυσό
καί σέ θρονί τόν ὁδηγεί.
10 Κι ὁ πατέρας καλωσορίζοντας τόν ἀγαπημένο γυιό
νέκταρ τοῦ δίνει σέ κύπελλο χρυσό.
Τότε καθίζουν ὁλόγυρα κι οἱ ἄλλοι θεοί.
Καί χαίρεται ἡ σεβαστή Λητώ πού ᾿καμε γυιό τοξοφόρο καί ἰσχυρό.
14 Χαῖρε Λητώ μακαριστή, πού γέννησες τέκνα λαμπρά
τόν ἄνακτα ᾿Απόλλωνα καί τήν τοξεύτρα ῎Αρτεμη 2
αὐτήν στήν ᾿Ορτυγία καί κεῖνον στήν πετρώδη Δῆλο,
πλαγιασμένη σέ ὅρος ψηλό, στόν Κύνθιο λόφο
δίπλα σέ φοινικιά, στά ρεῖθρα τοῦ ᾿Ινωποῦ.
19 Μά πῶς νά σέ ὑμνήσω πολυτραγουδισμένε μου;
Χάρη σέ σένα Φοῖβε ἔγινε ἡ ὠδή κανόνας παντοῦ 3
στή στεριά τή δαμαλοτρόφα καί στά νησιά.
22 ᾿Σένα πού τέρπουν οἱ βίγλες κι οἱ ἀκροκορφές 4
καί τῶν ψηλῶν βουνῶν οἱ ποταμοί στή θάλασσα σάν πέφτουν
κι οἱ ἀκτές στό κῦμα πού ἀκουμποῦν,
καί τά λιμάνια τῆς θαλάσσης.
25 Χάρμα τῶν ἀνθρώπων!
Πῶς σέ γέννησε ἡ Λητώ σάν πλάγιασε στοῦ Κύνθου τό ὅρος
πάνω στό πετρόνησο, τή Δῆλο τήν περίβρεχτη:
Μαῦρο κύμα ἀπ᾿ τίς δυό μεριές ἔδερνε τή στεριά
κι οἱ ἄνεμοι σφυρίζαν.
᾿Από δῶ λοιπόν κινῶντας, βασιλεύεις σ᾿ ὅλους τούς θνητούς.
30 Κι ὅσους ἡ Κρήτη ἐντός της ἔχει κι ὁ δῆμος τῆς ᾿Αθήνας 5
καί τό νησί τῆς Αἴγινας κι ἡ καραβοξακουσμένη Εὔβοια
κι οἱ Αἰγές, οἱ Εἰρεσίες,
ἡ παράλια Πεπάρηθος κι ὁ θρακικός ὁ ῎Αθως,
τοῦ Πηλίου οἱ ἀκροκορφές κι ἡ Σαμοθράκη,
τῆς ῎Ιδης τά βαθύσκια ὅρη,
35 ἡ Σκῦρος καί ἡ Φώκαια,
τ᾿ ἀπόκρημνο τῆς Αὐτοκάνης ὅρος,ἡ ῎Ιμβρος ἡ καλοχτισμένη, ἡ Λῆμνος ἡ ὀμιχλώδης
καί ἡ πανίερη Λέσβος, ἕδρα τοῦ Μάκαρος Αἰολίωνος,
ἡ Χίος, ἡ εὐφορώτερη ἀπ᾿ τά νησιά τοῦ πελάγους
κι ὁ ἀπότομος ὁ Μίμας,
τοῦ Κωρύκου τ᾿ ἀκροβούνια,
40 ἡ ἀχτιδοβόλα ἡ Κλάρος,
τ᾿ ἀπόκρημνο τῆς Αἰσαγέης ὅρος,
ἡ Σάμος ἡ ὑδρηλή,
τῆς Μυκάλης οἱ ἀπότομες κορφές,
ἡ Μίλητος καί ἡ Κῶς, πατρίδα τῶ Μερόπων ἀνθρώπων
ἡ Κνίδος ἡ ἀπόκρημνη κι ἡ Κάρπαθος ἡ ἀνεμόεσσα,
ἡ Νάξος, ἡ Πάρος καί ἡ πετρώδης Ρήναια:
45 τόσους τόπους ἱκέτευεν ἡ Λητώ κοιλοπονῶντας στόν ῾Εκηβόλο,
ποιός θά θελήσει τοῦ γυιοῦ της γενέτειρα νά γίνει.
Τρομάζαν ὅμως πολύ καί δείλιαζαν
κι οὔτε κανείς τους τόλμαγε τό Φοῖβο νά δεχτεῖ, κι ἄς ἦσαν εὔφοροι.
Μέχρι πού πάτησε στή Δῆλο ἡ σεβαστή Λητώ,
καί ρώτησε βγάζοντας λόγια φτερωτά:
51 ῾῾ ῎Αχ Δῆλος, δέ θά ᾿θελες νά γίνεις ἕδρα ἐσύ τοῦ δικοῦ μου γυιοῦ 6,
τοῦ Φοίβου ᾿Απόλλωνα,
καί πλούσιο ναό νά τοῦ ἱδρύσεις;
Κανένας ἄλλος δέν πρόκειται ποτέ νά σέ πλησιάσει
οὔτε νά σέ προσέξει,
κι οὔτε νομίζω πώς θ᾿ ἀποχτήσεις ποτέ βόδια πολλά ἤ πρόβατα,
55 ἀλλ’ οὔτε ἀμπέλια οὔτε καί τά μύρια φυτά θά φυτρώνεις.
῎Αν ὅμως ἔχεις πάνω σου τό ναό τοῦ μακροβόλου ᾿Απόλλωνα,
οἱ ἄνθρωποι θά σπεύδουν ὅλοι μέ ἑκατόμβες καί δῶ θά μαζεύονται.
Καί τσίκνα ἄφθονη χωρίς σταματημό ἀπ᾿ τό λίπος θ᾿ ἀνεβαίνει
καί τούς κατοίκους σου θά τρέφουν ξένα χέρια
κι ἄς εἶναι ἡ γῆ σου ἄγονη᾿᾿.
61 Αὐτά εἶπε.
Χάρηκε τότε ἡ Δῆλος κι ἀπάντησε:
῾῾Λητώ ἐνδοξώτατη, τοῦ μεγάλου Κοίου θυγατέρα
μετά χαρᾶς μου θά δεχόμουν πάνω μου
τοῦ μακροβόλου ἄνακτα τή γέννα.
Γιατί παρά τό κακό μου ὄνομα στούς ἀνθρώπους,
θά γινόμουν ἀμέσως πολυτίμητη.
66 Μόνο Λητώ μου, δέν στό κρύβω,
τρομάζω καί μέ τή σκέψη.
Λένε, ὁ ᾿Απόλλων πολύ ἀτίθασος πώς θά ᾿ναι
καί κρατερά θά πρυτανεύει στούς ἀθανάτους
καί στούς θνητούς ἀνθρώπους πάνω στή ζωοδότρα γῆ.
70 Γι᾿ αὐτό καί γώ στό νοῦ καί στήν ψυχή φοβᾶμαι
μήν, ἀντικρύζοντας αὐτός ἐδῶ γιά πρώτη φορά τοῦ ἥλιου τό φῶς,
τή νῆσο ἐπιτιμήσει,
πού ᾿μαι βλέπεις πετρόσπαρτη,
καί δίνοντας μιά μέ τά πόδια μέ τουμπάρει
καί μέ κλωτσήσει στῆς θαλάσσης τά πελάγη.
74 Τότε ἐμένα τό μέγα κῦμα γιά πάντα θά καταπιεῖ
καί κεῖνος, ἄλλη γῆ θά βρεῖ τοῦ γούστου του γιά νά φτιάξει ναό
καί ἄλση δεντρόφυτα.Χταπόδια στά θαλάμια μου καί μαῦρες φώκιες,
ἀνενόχλητες ἀπό ἀνθρώπους, θά φωλιάζουν.
79 ῎Αν ὅμως, μεγάλη θεά,
εὐδοκήσεις ὅρκο βαρύ νά πάρεις
πώς πρῶτα ἐδῶ ἐκεῖνος ναό θά στήσει περικαλλῆ,
χρηστήριο νά ᾿ναι τῶν ἀνθρώπων, κι ὅλης μετά τῆς οἰκουμένης,
ἀφοῦ θά ᾿ναι πολυθρύλητος…᾿᾿.
83 Αὐτά εἶπε, κι ἡ Λητώ τό μέγα ὅρκο τῶν θεῶν ὡρκίστη:
῾῾Μάρτυράς μου ἡ γῆς αὐτή κι ὁ εὐρύς οὐρανός πάνωθέ μας,
καί τό ἀργοκύλιστο τῆς Στυγός νερό,
πού ᾿ναι ὁ μέγιστος κι ὁ δεινότατος ὅρκος στούς μακάριους θεούς.
87 ᾿Εδῶ θέ νά ᾿ναι παντοτεινά τοῦ Φοίβου ὁ βωμός ὁ εὐωδιαστός
καί τό τέμενος,
καί σένα ἔξοχα θά τιμήσει πάνω ἀπ᾿ ὅλους᾿᾿.
Κι ἅμα ὡρκίστηκε καί ἀποτέλειωσε τόν ὅρκο,
ἡ Δῆλος καταχάρηκε γιά τοῦ μακροβόλου ἄνακτα τή γέννα.
᾿Εννέα μέρες τή Λητώ κι ἐννέα νύχτες
ἀπέλπιδες ὠδίνες περονιάζουν.
92 Κι ὅλες οἱ μεγαλύτερες θεές ἦσαν ἐκεῖ παροῦσες: 7
ἡ Διώνη κι ἡ Ρέα, ἡ ᾿Ιχναία Θέμις κι ἡ πολύπαθη ᾿Αμφιτρίτη,
κι ἄλλες ἀθάνατες,
ἐκτός τῆς ἀσπροχέρας ῞Ηρας
πού ᾿μεινε στά μέγαρα τοῦ νεφεληγερέτη Δία.
97 Μόνη ἡ Εἰλείθυια, ἡ μαμή, δέν τό ᾿ξερε,
γιατί στίς ἄκρες καθόταν τοῦ ᾿Ολύμπου κάτω ἀπό σύννεφα χρυσά,
ἀπό πρόνοια τῆς λευκοχέρας ῞Ηρας ἐμποδισμένη, λόγῳ ζήλειας,
πού τέτοιο γυιό, τέλειο καί κρατερό,
ἡ καλλιπλόκαμη Λητώ ἔμελλε νά γεννήσει.
102 Τότε αὐτές, ἀπ᾿ τήν ὀμορφοχτισμένη νῆσο
τήν ῎Ιριδα στείλανε νά φέρει τήν Εἰλείθυια,
τάζοντας μέγα περιδέραιο ἐννιάπηχο, μέ χρυσές κλωστές ὑφασμένο.
Τήν ὁρμήνεψαν νά τήν καλέσει κρυφά ἀπ᾿ τήν ἀσπροχέρα ῞Ηρα,
μήν τήν ἀποτρέψει πάλι μέ τά λόγια της νά ᾿ρθεῖ.
107 Καί σάν τ᾿ ἄκουσε ἡ ἀνεμοπόδαρη, ἡ ταχεῖα ῎Ιρις
ἄρχισε νά τρέχει καί γρήγορα τό διάστημα ὅλο διάνυσε.
Καί φτάνοντας στῶν θεῶν τήν ἕδρα, τόν ἀπόκρημνο ῎Ολυμπο,
τήν Εἰλείθυια φώναξε εὐθύς ἔξω ἀπ᾿ τή θύρα τοῦ μεγάρου
καί λόγια φτερωτά τῆς εἶπε,
ὅσα παράγγειλαν αὐτές πού τά ὀλύμπια δώματα κατέχουν,
113 καί τήν καρδιά της ἔπεισε μέσα στά στήθια.
῎Ετσι κινῆσαν καί περπατοῦσαν σάν φοβισμένες περιστέρες.
Κι ὅπως στή Δῆλο ἡ μαμή πλησίαζε, ἡ Εἰλείθυια,
οἱ πόνοι τή μάνα σφίξανε κι ἤτανε νά γεννήσει.
117 ᾿Αγκάλιασε τό φοίνικα 8,
τό γόνα στήριξε στό μαλακό χορτάρι,
μειδίασε ἡ γῆς ἀπό κάτω.
Βγῆκε τότε ἐκεῖνος πρός τό φῶς
κι ὅλες μαζί ὀλόλυξαν οἱ θεές.
120 Σέ λοῦσαν, Φοῖβε μου λαμπρέ,
μέ γάργαρο νερό,
ἁγνά καί καθαρά σέ νέο ὕφασμα λευκό, λεπτοϋφασμένο,σέ σπαργανῶσαν οἱ θεές
καί σέ χρυσή φασκιά τυλίξαν.
123 Κι οὔτε πού θήλασε ἡ μάνα τόν χρυσάρματο ᾿Απόλλωνα,
μόνο ἡ Θέμις νέκταρ καί ἀμβροσία θεϊκιά
μέ χέρια ἀθάνατα τοῦ πρόσφερε.
Χαιρόταν τότε ἡ Λητώ πού γέννησε γυιό τοξοφόρο καί ἰσχυρό.
127 Σάν καταβρόχθισες λοιπόν Φοῖβε μου τήν ἀθάνατη τροφή,
σπαρτάραγες.
Δέν σέ κρατοῦσαν ἄλλο οἱ χρυσές φασκιές
κι οὔτε δεσμά σ᾿ ἐμποδίζαν
μόνο λύνονταν τά σπάργανα ὅλα.
130 Κι εὐθύς στίς ἀθάνατες μίλησε ὁ Φοῖβος ᾿Απόλλων:
῾῾Φίλη μου ἡ κιθάρα καί τά καμπύλα τόξα. 9
Τοῦ Δία τήν ἀλάνθαστη βούληση στούς ἀνθρώπους θ᾿ ἀποκαλύψω᾿᾿.
133 Εἶπε, καί περπάτησε τήν πολύδρομη τή γῆ
ὁ Φοῖβος, ὁ μακρυμάλλης, ὁ μακροβόλος
κι ὅλες οἱ ἀθάνατες θαμπώθηκαν 10
κι ἡ Δῆλος ἔγινε χρυσῆ, τοῦ Δία κοιτάζοντας τό γόνο καί τῆς Λητοῦς,
χαρούμενη πού αὐτήν προτίμησε γιά σπιτικό του
ἀπό στεριές καί νήσους,
καί τήν ἀγάπησε βαθειά μές στήν καρδιά του.
139 Μέ ἄνθη τοῦ δάσους, ὅπως στοῦ ὅρους τήν κορφή
λουλούδιασε τό νησί.
Καί σύ, ἄναξ ἀργυρότοξε ἑκατηβόλε ᾿Απόλλων,
ἄλλοτε τόν Κύνθο τόν πετρώδη πατοῦσες,
κι ἄλλοτε πλανιόσουν στά νησιά
κι ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους.
Πολλοί στή χάρη σου οἱ ναοί καί τά πυκνά τά ἄλση,
κι οἱ βίγλες ὅλες δικές σου,
κι οἱ μυτερές κορφές τῶν ὑψηλῶν βουνῶν,
κι οἱ ποταμοί πού χύνονται στή θάλασσα.
146 ῞Ομως στή Δῆλο πιό πολύ Φοῖβε μου χαίρεται ἡ ψυχή σου. 11
Κεῖ πού συνάζονται οἱ μακροχίτωνες ῎Ιωνες
μέ τά παιδιά καί τίς σοβαρές κυράδες τους.
Μέπυγμαχία, μέ χορό καί μέ τραγούδι
στήνουν ἀγῶνες πρός τιμήν σου καί σέ τέρπουν.
151 Κι ὅποιος βρεθεῖ στή σύναξή τους,
θά ᾿λεγε πώς εἶν᾿ ἀθάνατοι οἱ ῎Ιωνες καί πάντ᾿ ἀγέραστοι.
Βλέποντας τή χάρη τους θ᾿ ἀγάλλιαζε ἡ ψυχή του,
τούς ἄντρες θαυμάζοντας καί τίς καλλίζωνες γυναῖκες,
καί τά γοργά καράβια τους καί τά πολλά καλά τους.
156 Καί προπαντός, τό μέγα θαῦμα,
πού τό κλέος του ποτέ δέ θά χαθεῖ,
τίς Δηλιάδες κόρες, τοῦ μακροβόλου ἀκόλουθες.
158 ᾿Αφοῦ αὐτές τόν ᾿Απόλλωνα πρῶτα ὑμνήσουν καί τή Λητώ
καί τήν τοξεύτρα ῎Αρτεμη,
ἄντρες ἀρχαίους καί γυναῖκες ἀναθυμοῦνται καί τραγουδοῦν,
καί τά γένη τῶν ἀνθρώπων καταμαγεύουν.
162 Τῶν θνητῶν ὅλων τή λαλιά καί τῶν κροτάλων παίξιμο
ξέρουν νά μιμοῦνται,
κι ὁ καθένας θά ᾿λεγε πώς εἶν᾿ ὁ ἴδιος πού μιλεῖ,τόσο σωστό εἶν᾿ τό τραγούδι τους.
165 ῎Ας δείχνουν ἔλεος ᾿Απόλλων κι ῎Αρτεμις μαζί, κι ὅλες ἐσείς χαρεῖτε.
Κι ὕστερις θυμηθεῖτε με,
σάν κάποιος γήινος θνητός, ταλαίπωρος καί ξένος,
φτάνοντας δῶ ρωτήσει: 12
῾῾Ποιός εἶν᾿ βρέ κόρες, ἀπ᾿ τούς ἀοιδούς ὁ πιό γλυκός,
πού γύρω ἐδῶ συχνάζει καί πιό πολύ σᾶς τέρπει;᾿᾿
171 Γιά μένα ἐσεῖς ὅλες μαζί ἀπόκριση δῶστε εὐνοϊκή:
῾῾Εἶναι ὁ ἄντρας ὁ τυφλός
ἀπ᾿ τήν πετρώδη Χίο,
πού τ᾿ ἄσματά του θά ᾿ρθει καιρός,
θά ᾿χουνε τό πρωτεῖο.
῞Οσο γιά μᾶς, τή φήμη σου στή γῆς ἐπάνω ὅλη
γυρνῶντας θά διαδώσουμε σέ κάθε ἔμορφη πόλη.
Κι ὅλοι σ᾿ αὐτό θά πείθονται, γιατί ᾿ναι ἡ πᾶσα ἀλήθεια᾿᾿.
177 ῞Ομως ἐγώ δέ σταματῶ
τόν ἑκηβόλο ᾿Απόλλωνα, τόν ἀργυρότοξο νά ὑμνῶ,
πού ᾿καμε ἡ καλλίκομη Λητώ:
῏Ω, βασιλιά, πού τή Λυκία ἔχεις καί τήν πανέμορφη Μαιονία
καί τήν παράλια Μίλητο, πόλη ὀνειρεμένη,
181 στή Δῆλο ἐσύ ὅλα κυβερνᾶς
τή θαλασσοκλεισμένη.

(Visited 41 times, 1 visits today)




Leave a Reply