Προσφυγιά…

Αρχές Σεπτεμβρίου η χώρα επέστρεφε στην αρχική της κοιτίδα, μετά από μια ιστορική περιδίνηση 25 και παραπάνω αιώνων. Οι Ελληνες, αλλά και πολλοί Αρμένιοι, δεν περίμεναν ανακωχές και συνθήκες για να φύγουν από την Μικρασία και να καταλήξουν οι περισσότεροι στην αρχαία πατρίδα, αλλά και αρκετοί σε υπερατλαντικούς προορισμούς. Ο Κεμάλ ζήτησε απαιτητικά την οπλισμένη και οχυρωμένη Ανατολική Θράκη, διότι ο πόλεμος είχε περιοριστεί στην ζώνη Σμύρνης-Αφιόν Καραχισάρ. Οι πρόσφυγες ανήκαν κυρίως σε αυτήν την ζώνη, αλλά αυτοβούλως ή στανικώς έφυγαν και από την Πόλη, από τον Πόντο, από πολλά μέρη της Θράκης (πρώτα από την ευρωπαϊκή ακτή του Ελλησπόντου, αλλά και από την Καππαδοκία και το Καρς, ενώ οι πληθυσμοί του Καυκάσου και της νότιας Ρωσσίας ετοιμάζονταν.

Η Συνθήκη της Λωζάννης ολοκληρώθηκε μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις το 1923 και υπεγράφησαν πάμπολλα πρωτόκολλα, που δήθεν εξασφάλιζαν τις περιουσίες των ανταλλάξιμων πληθυσμών. Για να καταλάβετε την σοβαρότητα της καταστάσεως (και για ποιον λόγο εκτελέστηκαν μόνον 6 και όχι 600 υπαίτιοι) σε μια γραμμή των συνθηκών, η παράδοση της ανατολικής Θράκης στον Κεμάλ έγινε επειδή οι Ελληνες έπρεπε να πληρώσουν αποζημιώσεις και επειδή δεν είχαν λεφτά, αναγκάστηκαν να παραδώσουν την ανατολική Θράκη! Μόλις πριν ελάχιστα χρόνια, άρχισαν πολλοί ερευνητές να φωνάζουν πλέον (επειδή ο ήπιος επιστημονικός ψίθυρος θεωρείται προϊόν μαλάκυνσης) πώς έγινε και περιοχές όπου δεν πάτησε ο ελληνικός Στρατός, λόγου χάρη οι Ποντιακές Αλπεις και η νότια ακτή της Μαύρης θάλασσας, από το Βατούμ έως την Χηλή, απογυμνώθηκαν από τους χριστιανούς κατοίκους των, πράγμα που ίσχυε για μεγάλα τμήματα των αιγαιακών ακτών και της Προποντίδος.

Οι Τούρκοι βρήκαν ευκαιρία να γλυτώσουν από τους Ρωμιούς και τους Αρμενίους. Ο κύριος λόγος δεν ήταν τα γερμανικά σχέδια εξοντώσεως των μη Οθωμανών και η δήθεν εριστικότητα των πληθυσμών, αλλά η άρση της ασπίδας των Ρώσσων επάνω στους πληθυσμούς της Μαύρης θάλασσας, όχι λόγω ήττας των Ρώσσων, αλλά επειδή η ανεξάρτητη Ελλάδα, η καθημαγμένη, φρόντισε να βρει τρεις ελληνικές μεραρχίες για να νικήσουν τους μπολσεβίκους, πράγμα που δεν έγινε. Είναι χαρακτηριστικό πως οι Ελληνες που ζούσαν στα βάθη της Σιβηρίας (όπως η οικογένεια του πατέρα μου στο Ιρκούτσκι) γεύθηκαν πρώτη φορά ελιές της Προποντίδος και της Σμύρνης κατά μήκος του υπερσιβηρικού, επειδή τα όπλα που πήραν οι κεμαλικοί από τους μπολσεβίκους, τα πήραν με κλήρινγκ, καθώς οι Ελληνες έγιναν πρόσφυγες πριν μαζέψουν τις σοδειές, μετά το 1922.

Η εξέλιξη

Στα μέσα του 1923, ένα ποτάμι ανθρώπων που υπερέβαινε τα δύο εκατομμύρια, και μετά το 1924, άλλο μισό εκατομμύριο από και προς Βουλγαρία, καθώς και μεγάλος αριθμός «Ρωσσοπροσφύγων» από τον Καύκασο έφθασαν σε λιμάνια της Μικρασίας ή έφυγαν προς Θεσσαλονίκη. Οι πρόσφυγες θα έπαιρναν μια αποζημίωση, αν και για την ώρα πέθαιναν σαν τα κουνούπια που τους αρρώσταιναν, σε καταυλισμούς χωρίς υγιεινή, με την βοήθεια σταγονόμετρο. Άρρωστοι, χωρισμένοι από τις τύχες των οδοιπορικών τους, άγνωστοι μεταξύ τους (Καππαδόκες και Πόντιοι άρχισαν να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον βαθειά μέσα στην δεκαετία του 1970…). Οι Θρακιώτες, πιο κοντά στους ντόπιους και στην Κωνσταντινούπολη, εγκατεστάθησαν νοικοκυρεμένα σε αγροτικούς χώρους, καθώς πήραν μαζί τους τα όποια υπάρχοντά τους, που χώραγαν σε ένα κάρο. Από την Τρωάδα, ολόγυρα στην Προποντίδα, από την Μήδεια και τις Σαράντα Εκκλησιές. Οι μουσουλμάνοι που τους αντικατέστησαν στην Θράκη αρέσουν, επίσης, τον Καζαντζίδη και πολλοί είναι Βαλαάδες εκ δυτικής Μακεδονίας. Οι Σμυρνιοί, πλέον εκρηκτικοί από όλους τους πρόσφυγες, παρέμειναν κυρίως στις πόλεις και δη στην Αθήνα, εμπλουτίζοντας τις τέχνες του εμπορίου και της βιομηχανίας. Οι Καππαδόκες, συχνά τουρκόφωνοι, ήταν οι πιο διστακτικοί και απομονωμένοι απ’ όλους παρότι χρησιμοποιούσαν τα φαρασιώτικα, μια διάλεκτο με πλήθος αρχαίων εκφράσεων και με έθιμα που τρόμαζαν ενίοτε τους πάντες, από πρόσφυγες έως εντόπιους (όπως το κροτάλισμα των οστών των προγόνων στις τελετές τους). Πιο ορμητικοί (και μεταξύ των διχασμένοι) στάθηκαν οι Πόντιοι. Χάλδοι του Γκιουμούζχανε και Καρσλήδες που έφερε στην Ελλάδα ο Νίκος Καζαντζάκης, Λαζοί συκοφαντημένοι και Πόντιοι από Ορντού (Κοτύωρα), Σαμψούντα, Κερασούντα και Τραπεζούντα, με οφθαλμοφανείς πολιτιστικές διαφορές, ενώθηκαν με Σταμπολήδες, εκ Καραμάν και Καισαρείας, αλλά και μεσογείους Επεσλήδες που ήταν πιο αδρής συμπεριφοράς. Αυτή η διαφοροποίηση σήμερα ανιχνεύεται δύσκολα και αποτελεί μέρος αλληλοαστεϊσμών, αλλά για τους ντόπιους της Μακεδονίας και δη τους ξένους, αλλά και τους παλιολλαδίτες, η εισβολή, καθώς νόμιζαν, αυτών των ανθρώπων, έμοιαζε με εφιάλτη που ήθελαν να αποφύγουν.

Οι πρόσφυγες δούλευαν. Σκληρά. Λάτρευαν τις οικογένειές τους. Ο χριστιανισμός τους ήταν πεισματάρης. Εδειχναν βάρβαροι, ενώ ήταν βαθειά πληγωμένοι. Έχοντας εύκολο το δάκρυ της συγκινήσεως, δε λησμόνησαν ποτέ να κρατήσουν ενωμένη την οικογένειά τους. Είχαν πελώριες μεταξύ τους διαφορές. Υπήρχαν Πόντιοι που έκτιζαν στην πατρίδα τους αρχοντικά από πέτρες που έφεραν με καράβια από τον Καύκασο και Πόντιοι όπου η σύζυγος του γιου έτρωγε τελετουργικό ξύλο από τον πεθερό και έπινε νερό στρέφοντας το ποτήρι και το κεφάλι εκτός τραπέζης. Εργατικοί, μελετηροί και αποτελεσματικοί, κατάφεραν μέσα στην πρώτη δεκαετία να ξεχωρίσουν από τις άλλες πληθυσμιακές ομάδες, όχι μόνο για την αξιοσύνη τους, αλλά και επειδή έδειχναν εύκολος στόχος παραγωγής τρόμου για τους πολιτικούς τους αντιπάλους.

Επαγγέλματα και απασχόληση

Πολλοί πρόσφυγες, σαφώς περισσότεροι από τους παλαιοελλαδίτες, γνώριζαν τα καλά της μεταποιήσεως,  τις εφευρέσεις, τον ξένο μηχανολογικό εξοπλισμό και τις μανιφατούρες. Από το 1830 έως το 1920, οι Έλληνες της οθωμανικής αυτοκρατορίας είχαν να εκμεταλλευθούν μια τεράστια αγορά, εσωτερική και εξαγωγική. Οι Έλληνες της παλαιάς Ελλάδας ανεκάλυψαν την τέχνη της ταπητουργίας και πολλές ακόμη καινοτομίες, από τους πρόσφυγες. Τα προσφυγικά σπίτια είχαν περισσότερα ανοίγματα, φως, κουρτίνες, εσωτερικές κουζίνες, περισσότερες δυνατότητες υγιεινής τροφής, άνετη πρόσβαση παιδιών και γυναικών στον γιατρό. Είχαν δίψα για μάθηση. Δε χρειάστηκαν παραπάνω από την πρώτη τετραετία του Βενιζέλου, που ένας επισκέπτης γειτονικών χωριών, ενός προσφυγικού κι ενός εντόπικου, να μπορούν με μια ματιά να διακρίνουν «πρόοδο» και υστέρηση ανάμεσά τους. Οι εντόπιοι μπορεί να ασκούσαν επιλεκτικές μονοφαγίες, αλλά το κρασί τους ήταν καταπληκτικό, ενώ στα προσφυγοχώρια ήκμαζε η ρακή. Μόνο που πριν από 70 και 80 χρόνια ίσχυε πως υποχρεωτικά το ένα χωριό ήταν «ανώτερο» από το άλλο. Αυτή η ολέθρια διάκριση, ενισχυμένη από το γεγονός πως οι πρόσφυγες σπανίως ήσαν κτηνοτρόφοι ή περιοδεύοντες έμποροι, έφερε πάμπολλα βάσανα στην προσφυγιά της χώρας.

Συμπέρασμα

Παραμένει αποτέλεσμα του μίσους των εντοπίων προς τους πρόσφυγες το ότι οι τελευταίοι παρέμειναν συσπειρωμένοι μεταξύ τους και υπό τα τοπικά τους φλάμπουρα και θρησκευτικά προσκυνήματα. Οι εντόπιοι γνώριζαν δυσπιστία και άμυνα από την δημόσια διοίκηση, οι πρόσφυγες τα πήγαιναν καλλίτερα με το γκουβέρνο, αλλά με μια αίσθηση «τουρκομερίτη» από την οποία δεν μπορούσαν να απαλλαγούν. Οι φοβερές όμως συνέπειες επέπεσαν στην πρωτεύουσα των προσφύγων, Θεσσαλονίκη…

ἀγγελιοφόρος

(Visited 191 times, 1 visits today)




Leave a Reply