Μνῆμες τῆς 1ης Ἀπριλίου 1955…

Μνῆμες τῆς 1ης Ἀπριλίου 1955...1

Κάτι ποὺ ἀποδεικνύει τὰ αἰσθήματα ποὺ διακατεῖχαν τότε ἔντονα τὸν Ἑλληνισμὸ τῆς Κύπρου, ἀπὸ τὰ νηπία μέχρι τοὺς γέροντες, εἶναι καὶ τὸ πιὸ κάτω περιστατικό, ποὺ ἐπίσης τὸ θυμᾶμαι καὶ ποὺ συγκίνησε ἀκόμη κι αὐτὸν τὸν ἐχθρο.

Συνέβη πάλι στὸ χωριό…
Ἕνα ἀγόρι, πολὺ μικρό, ξεφυγε ἀπὸ τὴν προσοχὴ τῆς γιαγιᾶς του.
Τὸ σπίτι τοὺς ἦταν μέσα στὸν κεντρικὸ δρόμο τοῦ χωριοῦ, στάθηκε στὴν μέση τοῦ δρόμου, τὴν ὥρα ποὺ περνοῦσε Ἀγγλικὴ στρατιωτικὴ αὐτοκινητοπομπή, μὲ κίνδυνο νὰ σκοτωθῇ. Φυσικὰ αὐτὸ δὲν εἶχε αἴσθηση τοῦ κινδύνου, σήκωσε τὸ χεράκι του, μὲ τὸν δείκτη τεντωμένο, καὶ φώναζε: Ζήτω ΕΟΚΑ ΣΙΓΓΕΝΗΣ!!!
Δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ξεχωρίζῃ τὸ ΔΙΓΕΝΗΣ.

Τότε, γιὰ καλή του τύχη, ὁ Ἄγγλος στρατιώτης ὁδηγός, φαίνεται εἶχε συνείδηση, σταμάτησε καὶ ὁ συνοδηγὸς κατέβηκε σήκωσε τὸ παιδάκι δακρυσμένος καὶ τὸ ἔβαλε στὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ του.
Νὰ σημειωθῇ πὼς οἱ Ἀγγλοι στρατιῶτες πάντα ἦσαν ἔνοπλοι καὶ ἕτοιμοι γιὰ δράση, εἰδικὰ ὅταν περνοῦσαν ἀπὸ κατοικημένες περιοχές, ἐπειδὴ ἐδέχοντο ἐπιθέσεις μὲ βόμβες ἤ τοὺς ἔστηναν ἐνέδρα.

*****

Ταξειδεύαμε ἀπὸ τὸ χωριὺ ποὺ βρίσκεται στὰ βουνὰ τοῦ Κύκκου, πρὸς τὴν Λεμεσό.
Στὸ ἐνδιάμεσο τῆς διαδρομῆς, στὴν εἴσοδο ἑνὸς τουρκικοῦ χωριοῦ, ὑπῆρχε σταθμὸς /κρατητήριο τῶν Βρεττανῶν.
Μᾶς σταμάτησαν λοιπὸν γιὰ ἐλεγχο (σπέξιον) ὅπως τὸ ἐλεγαν ὅλοι τότε.

Μᾶς περιτριγύρισαν «κάμποσοι»  ἔνοπλοι στρατιῶτες, πάντα καὶ τοῦρκοι μεταξύ τους, εἰδικοὶ ἀστυνομικοὶ (ἐπικουρικοί).
Μᾶς κατέβασαν ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο.
Ἤμασταν τρεῖς γυναῖκες καὶ δύο ἀνδρες κι ἐγὼ καὶ μᾶς ἔστησαν, μὲ ὑψωμένα τὰ χέρια, ἀκουμπῶντας τα στὸν τοῖχο, καὶ μᾶς ἔκαμαν ἐξωνυχιστικὴ ἔρευνα.
Δὲν ἔκαναν κάποιαν ἐξαέρεση σὲ ἐμέναν, ποὺ ἤμουν παιδί.
Κανονικὰ ἔπρεπε νὰ φοβηθῷ.
Ἀντὶ αὐτοῦ αἰσθάνθηκα μεγάλη περιφρόνηση γι’  αὐτοὺς κι ἕνα μεγάλο μῖσος γεννήθηκε μέσα στὴν παιδική μου ψυχή, ποὺ παραμένει μέχρι σήμερα, ἀλλὰ ἔνοιωσα καὶ τὴν ἐλλειψη
καὶ κατάλαβα τὶ σημαίνει ἐλευθερία.

*****

Ἤμουν ὀκτὼ ἐτῶν παιδούλα.
Τὸ σχολεῖο μας ἔκλεισε γιατὶ εἶχαν ὑψώση Ἑλληνικὴ σημαία.
Αὐτὸ γινόταν ὅταν ὑψώναμε Ἑλληνικὴ σημαία. Οἱ Ἄγγλοι ἔκλειναν τὸ σχολεῖο μέχρι νὰ κατεβῇ.

Μιὰ ὁμάδα μαθητῶν Γυμνασίου βρέθηκε ἔξω ἀπὸ τὸ σχολεῖο μου καὶ τοὺς ἄκουσα νὰ μιλοῦν γιὰ διαδήλωση.
Χωρὶς νὰ τὸ καταλάβῳ πῶς ἔσμιξα μαζύ τους καὶ βρέθηκα στὸ κέντρο τῆς διαδηλώσεως, ἔξω ἀπὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο Γυμνασία Θηλέων τῆς Λεμεσοῦ.
Ξαφνικὰ τὰ συνθήματα καὶ τὰ τραγούδια γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ΕΟΚΑ ἀντικαταστάθησαν ἀπὸ κραυγὲς καὶ κλάματα.
Εἶχαν πλακώση Ἄγγλοι στρατιῶτες καὶ κτυποῦσαν μὲ στρατιωτικὰ ῥόπαλα καὶ τοὺς ὑποκοπάνους τῶν ὅπλων τους ἀνελεήτα κι ὅπου λάχῃ,  ῥίχνοντας καὶ δακρυγόνα.
Κύτταξα δίπλα μου καὶ εἶδα ἕναν μαθητὴ μὲ τὸ αἷμα νὰ τρέχῃ ἀπὸ τὸ κεφάλι του.
Πάγωσα ἀπὸ τὸν φόβο μου κι ἔνοιωσα χαμένη. («Τὰ γέμισα» κυριολεκτικά!!!)
Γιὰ καλή μου τύχη ἄνοιξε μία πόρτα δίπλα καὶ μία κυρία μὲ τράβηξε μέσα, καμωμένη πὼς εἶμαι παιδί της.
«Τί γυρεύεις ἐσύ ἐδῶ;;; Τώρα ἔπρεπε νὰ βρίσκεσαι στὴν ποδιὰ τῆς μάννας σου», μὲ μάλωσε…

*****

Ἦταν καλοκαίρι καὶ ἡ μητέρα μου κι ἑγὼ πήγαμε στὸ χωριὸ γιατὶ στὴν πόλη ἡ ζωὴ ἦτανε πιὸ δύσκολη ἐξ αἰτίας τῆς καταστάσεως. Συνεχεῖς «κατ’ οἶκον περιορισμοί» καὶ ἀσφυκτικὴ ἀτμόσφαιρα ἀπὸ τὴν συχνὴ χρήση δακρυγόνων, ἀπὸ μέρους τῶν Ἀγγλων.
Ἀκριβῶς τὴν ἡμέρα ποὺ πήγαμε, ὁ ὁδηγὸς ποὺ μᾶς μετέφερε, πῆγε μετὰ μὲ τὸ «ψῶμα», νὰ πᾶν ψωμιὰ στὸ διπλανὸ χωριό.
Ἀκριβῶς μετὰ ἀπὸ περίπου μία ὥρα, στὴν πλατεία τοῦ χωριοῦ, εἶδαν νὰ φθάνῃ τὸ αὐτοκίνητό του καὶ νὰ ἀκινητοποιεῖται μὲ πολὺ παράξενο τρόπο.
Ἔτρεξαν ὅλοι κοντὰ καὶ βρῆκαν μόνο, στὴν θέση τοῦ ὁδηγοῦ, τὸν ψωμᾶ, ποὺ ἐκανε ἄκομα μαθήματα ὁδηγοῦ, ἀναίσθητο, σὲ μιὰ λίμνη αἵματος.
Ἀμέσως ὅλοι κατάλαβαν τὶ εἶχε συμβῆ.
Ἦταν δουλειὰ τῶν τούρκων…

Στὸ ἐνδιάμεσο τῶν δύο χωριῶν, ἔξω ἀπὸ τὴν διαδρομή, μερικὰ χιλιόμετρα, βρισκόταν ἕνα τουρκικὸ χωριό.
Τοὺς ἔστησαν καρτέρι.

Ἀμέσως κτύπησε ἡ καμπάνα τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ συναγερμὸ γιὰ κάτι κακό, καὶ ἐδόθη τὸ σύνθημα στὰ γύρω χωριά.
Σὲ λίγο κατέφθασαν καὶ μαζεύτηκαν ἀρκετοὶ ἀνδρες στὴν πλατεία καὶ ὀπλίστηκαν ὅπως μποροῦσαν… Ἀξινες, πελέκεις, σιδερολοστούς, μαχαίρια καὶ ὁ,τιδήποτε ἄλλο μποροῦσε νὰ χρησημεύσῃ σὰν ὅπλο (τὰ τουφέκια τὰ εἶχαν μαζέψη ἤδη οἱ Βρεττανοὶ καὶ μᾶς ἀφώπλισαν ἔτσι ἐντελῶς) γιὰ νὰ πᾶν νὰ βροῦν τὸν συγχωριανό μας.
Οἱ γυναῖκες ἦσαν κι αὐτὲς ἕτοιμες, σὲ περίπτωση ποὺ τὸ χωριὸ ἐδέχετο ἐπίθεση ἀπὸ τοὺς τούρκους, νὰ κάνουν ὅ,τι μποροῦσαν. Δὲν πρόλαβαν ὅμως νὰ ξεκινήσουν καὶ κατέφθασε ὁ ἀγγλικὸς στρατὸς κι ἐπέβαλε κατ΄ οἶκον περιορισμὸ σὲ ἐμᾶς.
Ὅλοι φρόντισαν νὰ ξεφορτωθοῦν ὅ,τι εἶχαν στὰ χέρια τους, γιὰ νὰ μὴν κατηγορηθοῦν καὶ ὅσοι ἦσαν δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀπὸ τὰ γύρω χωριά, ἔτρεξαν νὰ ἐξαφανισθοῦν μέσα ἀπὸ τὰ μονοπάτια, γιὰ νὰ μὴν συλληφθοῦν.
Θύματα καὶ φταῖχτες πάντα ἐμεῖς.
Τελικὰ τὸν ἄνθρωπο τὸν βρῆκαν κατακρεουργημένο σὲ ἕναν ἀμπελῶντα, μέσα στὸν ὁποῖον διέτρεξε γιὰ νὰ διαφύγῃ τὴν ὀργὴ καὶ τὸ μῖσος τῶν ἐξάλλων τούρκων.
Νὰ σημειωθῇ πὼς τὴν προηγουμένη ἡμέρα σκότωσαν οἱ ἴδιοι τοῦρκο (προβοκάτισα) ποὺ εἶχε φιλίες μὲ τοὺς χωριανούς, γιὰ νὰ ἔχουν δικαιολογία γιὰ τὴν πράξη τους.
Εἴχαμε πολλὲς τέτοιες συμπαιγνίες μεταξὺ τῶν Ἄγγλων.

Μαρία Μαυρομιχάλη, Λεμεσός,
Διὰ μέσου Πανορμίτου Σπανοῦ

Μνῆμες τῆς 1ης Ἀπριλίου 1955...2

(Visited 99 times, 1 visits today)




Leave a Reply