Ἱστορικὰ ανέκδοτα τοῦ 1821

Στὸ μοναστῆρι τοῦ Προυσοῦ, πεσμένος στὸ κρεββάτι ἀπ’ τὴν φυματίωση, κατὰ τὸ 1823 ὁ Καραϊσκάκης παρῳτρύνθη ἀπὸ κάποιον καλόγερο νὰ τάξῃ στὴν Προυσιώτισσα ἕνα δῶρο γιὰ νὰ γίνῃ καλά.

«Τί νά δόσω ὀρέ…;; … Δὲν ἔχω τίποτα ἄλλο ἀπ’ τὸ μπλάρ μου καὶ τὸ τάζω», εἶπε χαμογελώντας πικραμένα. Ἀφοῦ βελτιώθηκε κάπως ἡ ὑγεία του καὶ τοῦ ἔπεσε ὁ πυρετὸς ἔδεσε τὸ μουλάρι ἀπ’ τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας χάρισμα στὴν Παναγία κι ὅπως πάντα εἶπε τ’ ἀστεῖο του: «Ποῦ νά ‘ξερα ἐγώ Παναγία μ’ πώς ἤθελες τοῦ μπλάρ μ’ γιά νά μέ γειάν’ς τόσον καιρό;».

~*~*~

Κάποτε ὁ βασιλεὺς Ὄθων εἶχε καλέση τὸν Κολοκοτρώνη γιὰ δεῖπνο.
Εἶχε ὅμως ἕνα πρόβλημα, δὲν ἦξερε πῶς νὰ τὸν φωνάζῃ, ἀφοῦ τὸ ἐπίθετό τοῦ εἶχε μίαν κακιὰ λέξη.
Ἀπεφάσισε λοιπὸν νὰ τὸν φωνάζῃ σκέτο «Κοτρώνη».

Ἀφοῦ λοιπὸν ἔρχεται ὁ Κολοκοτρώνης καὶ τὸν χαιρετᾶ, τοῦ λέει ὁ Ὄθων:

– Παρακαλῶ, καθῆστε κύριε Κοτρώνη.
– Πῶς νά κάτσω, ἀφοῦ μοῦ κόψατε τὸν κῶλο;

~*~*~

Ἔσκασε μία βόμβα στὸ καράβι τοῦ Μιαούλη, ἀργότερα ἀνέβηκε στὴν καπιτάνα τοῦ ὁ Σαχτούρης τὸν βρῆκε μὲ κατεβασμένη τὴν φεσάρα* ὡς τὰ φρύδια. Ὁ Μιαούλης κύτταζε στραβὰ τὰ τουρκικὰ δίκροτα καὶ εἶπε «Τοὺς κερατάδες! Μοῦ ἔχυσαν τὴν φασουλάδα μου».

*Φεσάρα: Μεγάλο φέσι,

~*~*~

Ἕνα γνωστὸ ἀπόσπασμα τοῦ Μακρυγιάννη:

Διορίζεται ὁ Κουντουργιώτης, διορίζει καὶ τὸν Σκούρτη τὸν Νυδραῖον ἀρχιστράτηγόν του, κι’ ὄσο ἤξερε ὁ ἔνας ἤξερε κι’ ὁ ἄλλος ἀπὸ πόλεμον. Τότε μπῆκαν σὲ δυσαρέσκεια ὅλοι οἱ σημαντικοὶ ἀρχηγοὶ ὀποῦ ’ταν ἐκεῖ, ὀποῦ εἴδαν τὸν Σκούρτη ἀρχιστράτηγον ἀπάνου– εἰς τὸν Καρατάσιον, εἰς τὸν Καραϊσκάκη, εἰς τὸν Χατζηχρῆστο, εἰς τὸν Τζαβέλλα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους. Ὁ Κουντουριώτης, κουτός, ἀφοῦ εἶδε ὀποῦ ’ναι αὐτὸς ἀμαθὴς ἀπὸ αὐτά, ἀντὶς νὰ βάλῃ ἀρχηγὸν νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα κι’ αὐτὸς να δοξασθῇ, κατὰ δυστυχίαν ἀπὸ τὸ «ὅμως» δὲν ξέρει ἄλλο, καὶ ἔβαλε τὸν Σκούρτη νὰ διοικήσῃ καὶ νὰ ὁδηγήσῃ καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς ξηρᾶς ὁ θαλασσινός, ἁπλὸς ἀξιωματικὸς – οὔτε καὶ τῆς θαλάσσης τὸν πόλεμον δὲν τὸν ἐγνώριζε καλά. Ἔλεγε τῶν στεργιανῶν, «Ὄρτσα, πότζα!» Ἐκεῖνοι ἔλεγαν «Τί λέγει αὐτός, γαμῶ τό καυλί τ’;»

~*~*~

Στὸ Μεσολόγγι ἔνας Τοῦρκος ἀπὸ τὸν Μοριά, ποὺ ἤξερε καλὰ ἑλληνικά, ἄρχισε τὶς βλαστήμιες εἶπε γιὰ τὴν Παναγία, τὸν Σταυρό, τὴν κολυμπήθρα. Ἔνας Κραβαρίτης πολεμιστὴς ἀπὸ τοῦ Μακρῆ τὴν ντάπια τοῦ λέει:

– Ὠρὲ Τοῦρκε ἔσωσες βλαστημώντας ἢ ἀκόμη;
– Ἔσωσα!
– Ἄκουσε λοιπὸν νὰ χέσω τὸν Μωχαμέτη σας, νὰ χέσω τὸν Ἁλῆ, νὰ χέσω τὴν Σερίφ, νὰ σᾶς χέσω τὸ χατζηλίκι σας, νὰ σᾶς χέσω τὸν τάφο τοῦ Μωχαμέτη σας, νὰ χέσω τὸν Σουλτάνο σας καὶ ὅλα τὰ ῥετζιάλια του, να χέσω τὰ τζαμιά σας καὶ τοὺς τεκέδες σας, νὰ χέσω τὸ κοράνι σας, νὰ χέσω τὸν βεζύρη σας Κουτάγια καὶ ὅλους τοὺς πασσάδες σας τοὺς μπουλουκμπασιάδες σας καὶ τὸ ἀσκέρι σας, νὰ χέσω καὶ τὰ δικά σου μούτρα, τὸ κεφάλι σου, τὰ φρύδια σου, τὸ στόμα σου, τὰ χέρια σου, τὰ νύχια σου, νὰ χέσω τὰ ἅρματά σου, τὰ πιστόλια σου, τὸ τουφέκι σου, τὸ γιαταγάνι σου νὰ χέσω τὸ τσιμποῦκι σου, νὰ χέσω τὴν σακούλα τοῦ καπνοῦ σου, τὶς φοῦντες τῆς σακούλας (ὅλα τὰ εἶπε μὲ μιὰν πνοή, μόλις ἄκουσε καὶ τὸ τελευταῖο καὶ ἐνῶ ἦταν ἕτοιμος νὰ συνεχίσῃ πετάχθηκε ὁ Τοῦρκος)

– Οὐχ ὁ κερατάς, τίποτις δὲν ἄφησε ἄχε στὸ Νισάφι βρὲ δὲν ξαναβλαστημῶ.

Ἔβαλαν τὰ γέλια τὰ δύο ἀσκέρια καὶ οἱ Τοῦρκοι ἔβριζαν τὸν δικό τους ποὺ ἔδωσε ἀφορμὴ γιὰ τέτοιες βρισιές.

~*~*~

Φωτογραφία: Robustiano Gironi – Σκηνὴ χοροῦ στὴν Ἑλλάδα τοῦ 1821

Πανορμίτης Σπανὸς

(Visited 127 times, 1 visits today)




Leave a Reply