Οἱ νέοι δὲν φοβοῦνται

Τῆς Ἀθήνας ἡ ἄσφαλτος, βάζει φωτιὰ στὰ ὄνειρα.
Τῆς Ἀθήνας ὁ οὐρανός, καθιστᾶ ὠκύποδα τὰ σύννεφα. 
Ὅμως καὶ τῆς Ἀθήνας οἱ ψίθυροι, πνίγουν τὴν φθορὰ τῶν ὀστῶν. 
 

Μὴν τρέπεσαι ἦχε τοῦ βιολιοῦ 
κατὰ ποῦ ἀνεμίζουν τὰ μαλλιὰ τῶν Ἀέρηδων 
κατὰ ᾿κεῖ θὰ σκαρφαλώσης τὸν φράκτη.
 
Ἦχε, γιατί ὑπόκωφε καί ντροπαλέ; 
Καὶ μετρήσου μὲ τὸ μπόι τῆς Ἀθήνας. 
 
Ὤ, ξένε, πλανόδιε μουσικὲ 
χάιδεψε μὲ τὸ δοξάρι σου τὸ βιολί 
τὰ μαλλιὰ τῆς μελῳδίας 
χάιδεψε καὶ τὰ μάτια της· 
σὰν καὶ ᾿σέ, δὲν ξεύρει κανείς!
 
Ὤ, ξένε, πλανόδιε μουσικὲ 
ἐσὺ μὲ τὰ πελώρια χέρια 
ἐσὺ μὲ τὶς πελώριες πλάτες 
καὶ τὴν πελώρια σκιά. 
 
Τὰ μάτια τῆς πολιτείας τρεμόπαιζαν ἕτοιμα νὰ σβήσουν.
 
Ὤ, Ἀθήνα γιατί τρόμαξες; 
(Τὸ δοξάρι μπορεῖ νὰ σπάσῃ 
ἀλλὰ ὄχι στὰ χέρια τῆς σκιᾶς). 
 
Μὰ οἱ νέοι δὲν φοβοῦνται…!
(Visited 100 times, 1 visits today)




Leave a Reply