Τὸ σπαθὶ καὶ ἡ κορώνα

Δὲν μετριοῦνται οἱ ἁρματωμένοι,
Οὐδὲ τὰ ἄλογα ἐκεῖ κάτου·
Ὁ Μεχμέτης ποὺ προβαίνει
Καὶ τὴν Πόλη τριγυρνᾷ,
Στέλνει μήνυμα θανάτου, –
«Ἢ τὴν μάχη ἢ τὰ κλειδιά.»

– Εἰς τὴν ὥρα τοῦ κινδύνου
Σᾶς προσμένω, τοῦρκοι, ἐλᾶτε,
Βροντερὴ τοῦ Κωνσταντίνου
Συνέχεια

Ἐπιγράμματα

Εἰς τὸν Κολοκοτρώνη

Κολοκοτρώνη, ξέχασε Νικήτα, Φλέσσα, Λόντον!
Σήμερα στὴν Ἑλλάδα σου λατρεύουν τὸν … Τζὶμ Λόντον!…

*****

Εἰς Βουλευτὴν

Εἶσαι κωφὸς εἰς τὴν Βουλήν· γιὰ σὲ τί εὐτυχία!
Ἄλλ᾿ ὄχι καὶ κωφάλαλος, γι᾿ αὐτήν, τί δυστυχία!…

*****

Εἰς φιλάρεσκον

Ἂν θέλετε νάν᾿ ἐλαφρὸ τὸ χῶμα ποὺ κοιμᾶται,
Συνέχεια

Ὁ Ματρόζος

Περὶ τοῦ ποιήματος:
Ὁ Ματρόζος, Σπετσιώτης ἀγωνιστής, ποὺ χάρισε ἀφειδώλευτα τὰ πάντα στὴν πατρίδα, τελείωνε τώρα τὴν ζωή του φτωχὸς καὶ ἀγνοημένος, ἐνῷ οἱ πρώην ναῦτες του εἶχαν γίνει καπεταναῖοι στὰ βασιλικὰ καράβια καὶ ὁ παλιὸς συμπολεμιστής του Κωνσταντῖνος Κανάρης ἦταν πρῶτος ὑπουργός. Αὐτόν, λοιπόν, τὸν Κανάρη -τοῦ ὁποίου τὴν ζωὴ εἶχε γλυτώσει κοντὰ στὴν Τένεδο- πηγαίνει νὰ συναντήσει ὁ γερο-Ματρόζος στὴν Ἀθήνα.

Ἕνας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτὸς ἀπὸ τὰ χρόνια,
μὲ κάτασπρα μακριὰ μαλλιά, μὲ πύρινη ματιά,
σὰν πλάτανος θεόρατος γυρμένος ἀπ᾿ τὰ χιόνια,
περνοῦσε πάντα στὸ νησὶ τὰ μαῦρα γηρατειά.
Εἶναι ἀπὸ κείνη τὴ γενιὰ κι ὁ γερο-καπετάνος
ποὺ ἀκόμα καὶ στὸν ὕπνο του τὴν ἔτρεμε ὁ Σουλτάνος.

Συνέχεια