Πρῶτον, ἐξέπεσαν τὰ μυστήρια. Ἤρχισαν νὰ μυοῦνται μητραλοῖαι καὶ διεστραμμένοι, ἰσχυροὶ τῆς ἡμέρας καὶ προστυχουργοὶ τῆς νυκτός.
Κατόπιν, ἐξέπεσεν ἡ θρησκεία. Ἡ «λαϊκὴ» θρησκεία.
Ἔπειτα, ὅλα ταῦτα τὰ περιέλαβαν οἱ χονδροειδεῖς κωμῳδιογράφοι. Ὅ,τι ἄλλοτε ἐλατρεύθη, τώρα διεκωμῳδήθη.
Ἔπειτα ἐνέσκηψαν ὡς καταιγίς, αἱ ὀργιαστικαὶ «θρησκεῖαι» τῆς Ἀνατολῆς. Μὲ θρηνητικὰς περιφορὰς ὁμοιωμάτων νεκρῶν καὶ ὁλοφυρμοὺς λαϊκῶν γυναίων.
Τέλος, ἦλθε τὸ τέλος. Ἕνα βασιλικὸν διάταγμα. Μιὰ ἁπλῆ ἐντολή, ὅπως ἕνας κοινὸς νόμος περὶ φορολογίας, ἢ μιᾶς στρατολογίας…
Τόσον ἁπλοῦν!
Καὶ μετὰ τὰ πράγματα «ἡρέμησαν», ὥσπου μέσα ἀπὸ ἀραχνιασμένα ἑρμάρια, μέσα ἀπ᾿ τὴν σποδόν, περίεργα μυστικὰ ἄνθη ἠγέρθησαν διστακτικῶς. Καὶ ἔπαυσαν οἱ θρῆνοι, ἐκόπασαν αἱ κατάραι. Συνέχεια →