Σε μένα να ορκιστείς. Σε μένα τον Απλό που κάθομαι στην ουρά του συσσιτίου της ζωής περιμένοντας δεκαετίες με την καραβάνα μου να στάξεις δύο σταγόνες περισσότερες ελπίδας. Στα κόκαλα αυτών που σιώπησαν να ορκιστείς, για να έχεις το δικαίωμα της «δημοκρατίας» σου και να φοράς το κασμίρ κοστουμάκι σου. Έτσι όπως στοιχίζεστε όλοι από τα κομμωτήρια και από τους ραφτάδες, να είμαι μπροστά σας, εγώ ο Απλός, να ορκιστείτε όλοι σας στα γόνατα ότι αν ένας από εσάς τολμήσει ξανά να πληγώσει την αξιοπρέπεια μου να βρει την επόμενη στιγμή σχοινί να κρεμαστεί. Συνέχεια
Ἀρχεῖα ἐτικέττας: γκρέμισέ το τὸ ῥημάδι
Τρέχα ..ἀθρωπάκο!
Τρέχεις για το στεγαστικό δάνειο, τρέχεις για τις δόσεις του αστραφτερού αυτοκινήτου σου, τρέχεις για τις σπουδές των παιδιών, τρέχεις για να προλάβεις τον συνάδελφο μήπως και σου φάει τη θέση. Τρέχεις για ρυθμίσεις στην εφορία, το ΙΚΑ, τις υπηρεσίες γενικώς που δεν προσφέρουν τίποτε. Τρέχεις για το λάδωμα του του δημόσιου “φαγάνα” επειδή στο εξοχικό έφτιαξες και παράνομη πισίνα, εκτός από τα τετραγωνικά που υπερκάλυψες. Τρέχεις να προλάβεις μη σου φάει άλλος το πρώτο τραπέζι πίστα στα μαγαζιά που μοιράζεται η κοινωνική καθιέρωση της γκλαμουριάς. Συνέχεια
Μὲ κάθε τελευταία πνοὴ πεθαίνει καὶ λίγο ἀπὸ τὸν κόσμο…
Πλιάτσικο
Ποιο κύτταρο ξύπνησε μέσα μας; Ποια κατάρα ήταν αυτή που κοιμόταν τόσα χρόνια στο υποσυνείδητό μας και ένα πρωί άρχισε να ξεπηδά από τον λήθαργό της και να γεμίζει τον κόσμο γύρω μας; Δεν είμαστε τέτοιοι ή πάντα ήμαστε τέτοιοι και το κρύβαμε; Σαν εφιαλτικός σπόρος που ήταν φυτεμένος σε δροσερά λιβάδια και δεν άνθιζε. Ήθελε αέρηδες, λειψυδρία και πολύ αλάτι για να ανθίσει. Βρήκε το κατάλληλο έδαφος και τέλειες καιρικές συνθήκες για να βγάλει ρίζα, για να απλωθεί υπόγεια και να κάνει τον μπαξέ της ύπαρξής μας τον Κήπο της Αναίδειας. Συνέχεια
Τὸ πάτωμα
Ονομάζομαι Λαοκράτης Σισυφίδης και θέλω να σας πω το μεγάλο μου μυστικό. Εγώ, που λέτε φίλοι μου, διατηρώ μία βιοτεχνία στουπιών. Χρόνια στο κουρμπέτι πήρα την δουλειά από τον πατέρα μου, Ακάματο Σισυφίδη, που έφτιαχνε στουπιά από το 1930 περίπου, που κληρονόμησε την βιοτεχνία κουρελούδων του αείμνηστου παππού μου (Λαοκράτης και εκείνος). Όταν πέθανε ο πατέρας μου και πήρα την βιοτεχνία μόνος μου έβαλα μέσα την γυναίκα μου και τα δυο μου παιδιά και δόξα να’ χει ο μεγαλοδύναμος πηγαίναμε καλά. Ο μοναδικός ξένος στη δουλειά ήταν ο οδηγός, Συνέχεια
Τὸ δίφραγκο
Πάντα έλεγα ότι ο ήχος της σιωπής είναι κάτι πολύ εξωπραγματικό , κάτι που γράφθηκε με ποιητική αδεία. Ποτέ δεν υπήρχε η απόλυτη σιωπή, μέχρι που την ένιωσα. Μέσα σε αυτό το διαδικτυακό σύστημα που εναποθέτουμε σκέψεις και περιγράφουμε άλλοτε «καλλιτεχνικώς» και άλλοτε άτσαλα, αρχίζω να ακούω τις φωνές σας. Όλων σας. Ακόμα και αυτών που δεν έχουν μπει σε αυτόν εδώ τον ιστότοπο. Όσο απρόσωπο και να είναι αυτό το σύστημα επικοινωνίας μας, γνωρίζουμε ο ένας τον άλλον τόσο καλά όσο δεν γνωρίζουμε ανθρώπους που βλέπουμε, ακούμε, αγγίζουμε και μυρίζουμε καθημερινώς. Μέσα σε αυτή την κοινωνία που δημιουργούμε με ψευδώνυμα και ψεύτικα προφίλ, λέμε την αλήθεια στον εαυτό μας κάνοντας, τoν διαδικτυακό συνοδοιπόρο καθρέπτη. Γιατί εσύ που γράφεις και εγώ που γράφω στον εαυτό μας τα εκμυστηρευόμαστε. Συνέχεια
