Ὅπως ἡ Πόλις ὁρίζει μὲ τὰ τείχη της τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὀφείλουν οἱ πολίτες νὰ ἀναπτυχθοῦν ὡς προσωπικότητες, νὰ ἐκπαιδευθοῦν καταλλήλως, γιὰ νὰ εἶναι ἑτοιμοπόλεμοι, ἀλλὰ καὶ νὰ αὐτοπειθαρχήσουν γιὰ νὰ μποροῦν ἀνᾲ πάσᾳ στιγμῇ νὰ ἐλέγχουν τὰ πάθη τους καὶ τὶς ὁρμές τους, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν παρασύρονται ἀπὸ αὐτὰ καὶ νὰ μὴν ἀποκτηνώνονται, ἔτσι καὶ ὁ Ἄνθρωπος, σὰν ἔνας μικρὸς κόσμος, ὀφείλει νὰ ὁρίζῃ τὸ ποῦ εἶναι τὰ δικά του ὅρια, τῶν ἄλλων, νὰ αὐτοπειθαρχῆ στὰ πιστεύω του καὶ στὶς Ἀξίες του, μὰ κυρίως πάντα νὰ παραμένῃ σὲ ἑτοιμότητα γιὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τὸν Ἑαυτόν του καὶ τοὺς συνανθρώπους του. Συνέχεια
Ὅλη μας ἡ ζωὴ περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὸ χρῆμα. Πόσα θὰ κερδίσουμε, πῶς θὰ τὰ διαχειρισθοῦμε, πῶς θὰ καλύψουμε τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ συγχρόνου βίου, ποὺ διαρκῶς πολλαπλασιάζονται καὶ οὔτω καθ΄ ἐξῆς. Μά, ἀκόμη κι ὅταν καλυφθοῦν οἱ ἄμεσες ἀνάγκες μας, πάντα κάτι ἄλλο, ἀκόμη μεγαλύτερον, ἀναμένει γιὰ νὰ ξεκινήσουμε νὰ τὸ κατακτήσουμε. Καί, φυσικά, πάντα, μὰ πάντα, ῥίχνουμε καὶ κλεπτὲς ματιὲς γύρω μας, γιὰ νὰ διαπιστώσουμε ἐὰν κάποιος ἄλλος κινεῖται μὲ μεγαλύτερες ταχύτητες ἀπὸ ἐμᾶς, στὸ ἐπίπεδον κτήσεως ἀγαθῶν.
Ὅταν ἡ ζωή μας μετατρέπεται σὲ μία ῥουτίνα, τότε κι ἐμεῖς ἐχουμε δύο δρόμους νὰ ἐπιλέξουμε.
Ἡ μόνη οὐσιαστικὴ σχέσις στὴν ζωή μας, ποὺ θὰ τὴν …«κουβαλᾶμε» ἰσοβίως, εἶναι ἡ σχέσις μας μὲ τὸν ἑαυτόν μας.
Ἡ στάσις μέσα στὴν οἰκογένεια, μὰ καὶ μέσα στὴν κοινωνία, καθορίζεται ἀπὸ τὶς συνθῆκες. Ἐάν, γιὰ παράδειγμα, κάποιος μεγαλώνῃ μέσα στὴν φτώχεια, ὑποχρεώνεται νὰ μάθῃ νὰ ἐργάζεται γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ ἐπιβιώσῃ ἀξιοπρεπῶς. Ἐὰν πάλι μεγαλώνῃ μέσα στὴν χλιδή, περισσότερες πιθανότητες ἔχει νὰ γίνῃ σαπρόφυτον, παρὰ χρήσιμος ἄνθρωπος καὶ σημαντικός.