Πατρίδα (α)

Πάλε ξυπνάει τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἀγέρι 
στὴν πλάση μυστικῆς ἀγάπης γλύκα, 
σὰν νύφ᾿ ἡ γῆ, πὄχει ἄμετρα ἄνθη προίκα, 
λάμπει ἐνῶ σβηέται τῆς αὐγῆς τ᾿ ἀστέρι. Συνέχεια

Πέντε μικρὰ θέματα

I

Μὲς στὴν κλειστὴ μοναξιά μου
Ἔσφιξα τὴ ζεστὴ παιδική σου ἄγνοια
Στὴν ἁγνὴ παρουσία σου καθρέφτισα τὴ χαμένη ψυχή μου.

Ἐμεῖς ἀγαπήσαμε. Ἐμεῖς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Ἐμεῖς
Μοιραστήκαμε τὸ ψωμὶ καὶ τὸν κόπο μας Συνέχεια

Τὸ στερνὸ παραμύθι

Πῆραν στρατὶ στρατὶ τὸ μονοπάτι
βασιλοποῦλες καὶ καλοκυράδες, 
ἀπ᾿ τὶς ξένες χῶρες βασιλιᾶδες
καὶ καβαλλάρηδες ἀπάνω στ᾿ ἄτι. Συνέχεια

Ὁ πραματευτής

Ἦρθε ἀπ᾿ τὴ Πόλη νιὸς πραματευτὴς
μὲ διαλεχτὴ πραμάτεια,
μ᾿ ἀσημικὰ καὶ χρυσικὰ
καὶ μὲ γλυκὰ τὰ μαῦρα μάτια.

Κι οἱ νιὲς ποθοπλαντάζουν τοῦ χωριοῦ
στὶς πόρτες καὶ στὰ παρεθύρια,
κι οἱ παντρεμμένες ξενυχτᾶν
γιὰ τὰ Συνέχεια

Τῆς ἀγάπης

Νά ῾ξερες πῶς λαχτάριζα τὸν ἐρχομό σου, Ἀγάπη
ποὺ ἴσαμε τὰ σήμερα δὲ σ᾿ ἔχω νιώσει ἀκόμα,
μὰ ποὺ ἔνστικτα τὸ εἶναι μου σ᾿ ἀναζητοῦσεν, ὅπως
τὴ γόνιμη ἄξαφνη βροχὴ τὸ στεγνωμένο χῶμα!

Πόσες φορὲς ἀλίμονο! δὲ γιόρτασα, θαρρώντας
πὼς ἐπιτέλους ἔφτασες, Ἐσὺ πού ῾χες ἀργήσει:
Σὰ μυγδαλιά, ποὺ ἡλιόλουστες ἡμέρες τοῦ χειμῶνα
τὴ ξεγελᾶνε, βιάζονταν κι ἐμὲ ἡ ψυχὴ ν᾿ ἀνθίσει. Συνέχεια

Δικό μου φῶς

Μεσουρανὶς ἡ ὁλόφεγγη ἡ Σελήνη
λαμποκοπᾷ κι ἀστράφτει πέρα ὡς πέρα
τὸ φῶς τῆς μὲς στὸν ἔρημον αἰθέρα
τῆς νύχτας ὅλα τἆλλα φῶτα σβύνει.

Μὰ ἐκεῖ βαθιὰ ποὺ ροδοφέγγει ἡ μέρα Συνέχεια