Ποτὲ δὲ θὰ πειράξω
τὰ ζῶα τὰ καημένα,
μὴν τάχα σὰν ἐμένα
κι ἐκεῖνα δὲν πονοῦν;
Θὰ τὰ χαϊδεύω πάντα,
προστάτης τους θα γίνω.
Ποτὲ δὲ θὰ τ᾿ ἀφήνω
στοὺς δρόμους νὰ πεινοῦν. Συνέχεια
Ποτὲ δὲ θὰ πειράξω
τὰ ζῶα τὰ καημένα,
μὴν τάχα σὰν ἐμένα
κι ἐκεῖνα δὲν πονοῦν;
Θὰ τὰ χαϊδεύω πάντα,
προστάτης τους θα γίνω.
Ποτὲ δὲ θὰ τ᾿ ἀφήνω
στοὺς δρόμους νὰ πεινοῦν. Συνέχεια

Γιατί ἡ χαρά, ἡ λίγη μας χαρὰ
σὲ λύπη θὰ μᾶς βγάλει;
Σὰ σύννεφο θλίψη μᾶς σκέπασε
καὶ γέρνουμε στὴ θλίψη τὸ κεφάλι. Συνέχεια
Καὶ ἦταν τῆς λιμνογέννητης
ὁδηγὸς μου τὸ χέρι·
κι’ ἐμπρὸς της στρατιὲς
Συνέχεια
Μισεύεις γιὰ τὴν ξενητιὰ καὶ μένω μοναχή μου
σύρε παιδί μου στὸ καλὸ καὶ σύρε στὴν εὐχή μου.
Τριανταφυλλένια ἡ στράτα σου, κρινοσπαρμένοι οἱ δρόμοι,
γιὰ χάρη σου ν᾿ ἀνθοβολοῦν καὶ τὰ λιθάρια ἀκόμη.
Τὰ δάκρυά μου νὰ γεννοῦν διαμάντια σ᾿ ὅ,τι ἀγγίζεις Συνέχεια
Γεννημένη στήν Κωνσταντινούπολι ἀπό γονεῖς Πατρινούς, ἔζησε σέ πολλές περιοχές τῆς χώρας μας λόγω τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ πατέρα της . Ὁ πρῶτος (καί ἀμοιβαῖος) μεγάλος ἔρωτας, αὐτός μέ τόν Γρηγόριο Ξενόπουλο, ἀποτέλεσμα τοῦ οποίου ἦταν τό αὐτοβιογραφικό «Μυστικοί Ἀρραβῶνες», πού μεταφέρει αὐτούσια τήν ἀλληλογραφία τῶν δύο ἐρωτευμένων, δίνοντας μας τήν εὐκαιρία νά θαυμάσουμε τά ὡραιότερα, ἴσως, λόγια γυναίκας, πού ἔχει διασώσει ἡ νεοελληνική λογοτεχνία .
Ὁ ἐθνικός μας Παλαμᾶς, κι’ αὐτός ἐρωτευμένος μέ τήν νεαρή Θεώνη, εἶναι ὁ συνδετικός κρίκος τοῦ ἔρωτά της μέ τόν ἥρωα ποιητή Λορέντζο Μαβίλη, γιά τὀν ὁποῖο ἔγραψε πολλά ἀπό τά ποιήματά της ὅπως τό: Συνέχεια
Μὲ γυμνὸ πόδι στὰ πλούσια τὰ λουλούδια,
μὲ ξέπλεγα στὶς αὖρες τὰ μαλλιά της,
πετᾷ ἡ τρελὴ Χαρὰ μὲ τὰ τραγούδια,
παιδούλα δροσερὴ σὰ μοσχομπάτης.
Σὰν πεταλούδα βελουδένια χνούδια
τινάζει ἀπ᾿ τὰ πολύχρωμα φτερά της …. Συνέχεια