Ἄκου πὼς βρυχᾶται ὁ ταξιδευτής,
ἀπὸ τὴν ἄκριαν τοῦ Ἱεροῦ Πολέμου,
ποὺ ᾿χει πέτρινη σιωπή,
Βαθειά, τὴ νύκτα τὰ μεσάνυχτα,
μὲ τ᾿ ἀνοικτὰ φτερὰ τοῦ ὀνείρου,
πετᾶ ἡ ψυχή μου, σκλάβα ἐλεύθερη,
στοὺς μυστικοὺς κόσμους τοῦ Ἀπείρου,
Συνέχεια
Μέσα σὲ ἕνα σύνολον κατασκευασμένων ἀνθρώπων,
ξεχωρίζεις,
συναντᾶς κάποιον
καὶ ἡ μυρουδιά του ζευγαρώνει μὲ τὴν ἰδικήν σου…