
Οὐδεὶς Ἕλλην ἐσκοτίσθη γιὰ τήν φτώχεια τῆς γῆς του. Τὴν γλέντησε τούτη τὴν φτώχεια. Στὴν μεγάλη, τὴν δυνατὴ Ἀθηναϊκὴ Δημοκρατία, τότε τόν χρυσὸ καιρό της, οἱ «ἐλεύθεροι πολίτες» πέρναγαν κοτσάνι μὲ φακή, κρασάκι καὶ κριθαρένιο ψωμί. Ἀραιὴ καί ἑορταστικὴ ἦταν ἡ καλοφαγία. Τὸ μόνο ποὺ δούλευε ἄφθονα καὶ πληθωρικὰ ἦταν «ὁ νοῦς», ἡ σκέψις, τὸ πνεῦμα. Καὶ τὸ ἀνδριλίκι, ποὺ ἀντιμετώπιζε νικηφόρα ὀρδὲς ἀπὸ Ἀσιάτες ἐπιδρομεῖς, σὲ δυσαναλόγους ἀλλὰ νικηφόρους ἀγῶνες. Συνέχεια


