Θεογονία, κοσμογονία καὶ ἀνθρωπογονία.

Θεογονία, κοσμογονία καὶ ἀνθρωπογονία.Οἱ Ὀρφικοί, ὁπαδοὶ θρησκευτικῆς κινήσεως-αἱρέσεως ποὺ ἐμφανίσθηκε τὸν 6ον π.Κ.Ε. αι., ἀπὸ τὸν Ὀνομάκριτον καὶ τὸν Κέρκοπαν, ὅταν ἦτο εὶς τὴν ἐξουσίαν ὁ Πεισίστρατος ἀπέδιδαν τὴν ἴδρυσιν τῆς θρησκείας των εἰς τὸν Ὀρφέαν καὶ τὸν θεωροῦσαν δημιουργὸ πολλῶν ἐπικῶν ποιημάτων μὲ τὸν τίτλον Θεογονίαι.
Τὸ μεγαλύτερο μέρος ἐξ αὐτῶν τῶν ποιημάτων ἔχει χαθεῖ.
Εἰς τὴνθεογονίαν τῶν Ὀρφικῶν ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Νύκταν τὸ χάος, τὴν γαῖαν, τὸν οὐρανό, τὸν ὠκεανὸν ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι πρωταρχικαὶ δυνάμεις ὅπως ὁ χρόνος, ὁ αἰθέρας, τὸ ὕδωρ καὶ τὸ κοσμικὸ ὠόν.

Ὑπῆρξεν θετικὴ ὑποδοχὴ ἐκ μέρους τῶν Ἀθηναίων, ἐπιδοτήθησαν προκειμένου νὰ συλλέξουν καὶ νὰ συγγράψουν τὴν «θεογονίαν» καὶ τὰς ραψωδίας τοῦ Ὀρφέως ποὺ ἦσαν διασκορπισμένα, ἀντίγραφα ἐμοιράσθησαν εἰς ὅλας τὰς σχολὰς τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἤρχισεν ἡ ἐξάπλωσις τῆς αἱρέσεως καὶ δὴ τῶν «μυστηρίων» εἰδικῶς εἰς τὸν Πυθαγόραν, ὁ ὁποῖος τὰ εἰσήγαγεν εἰς τὴν σχολήν του (θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν ἐπομένην δημοσίευσιν μου ἐκτενέστερα).
Μετὰ ἀπὸ κάποιο διάστημα ὅμως συνελήφθησαν νὰ ….κατασκευάζουν-συνθέτουν τοὺς ὕμνους οἱ ἴδιοι καὶ νὰ τοὺς ἀποδίδουν εἰς τὸν Ὀρφέαν.!

Οἱ Ἀθηναίοι ἐθύμωσαν πολὺ καὶ τοὺς ἐπέρασαν ἀπὸ δίκην, ὅπου καὶ κατεδικάσθησαν εἰς μεγάλο πρόστιμο ὁ δὲ Ὀνομάκριτος ἐξορίσθη.!
*******************************************************************
Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
Στὴν ἀρχὴ ὑπῆρχε ὁ ἀγήραος (ἀγέραστος) χρόνος.
Ἀπὸ τὸν χρόνο δημιουργήθηκε ὁ αἰθὴρ καὶ γύρω του ἕνα ἀπέραντο χάσμα, τὸ χάος τυλιγμένο σὲ βαθὺ ἔρεβος.
Μέσα στὸν αἰθέρα δημιούργησε ὁ χρόνος τὸ κοσμικὸ αὐγό, ποὺ ἔλαμπε μέσα στὸ χάος.
Ἀπὸ τὸ ἀργυρὸ αὐγὸ (ᾠὸν ἀργύφεον) ἐκκολάφθηκε ὁ Φάνῃς, (ἢ Φαέθων ἢ Πρωτόγονος ἢ Μῆτις ἢ Ἔρως ἢ Ἠρικεπαῖος) ποὺ ἤταν καὶ ἀρσενικὸς καὶ θηλυκός, μὲ τέσσερα μάτια, τέσσερα κεφάλια μὲ μορφὴ ζῴου, χρυσᾶ φτερὰ καὶ φωνὴ λιονταριοῦ καὶ κριοῦ.
Τὸ ὄνομά του ὑποδηλώνει τὸ φῶς καὶ τὸν θεωροῦσαν σὰν τὸ φωτεινὸ δημιουργὸ τοῦ κόσμου.
Δημιούργησε τὸν οὐρανὸ γιὰ να κατοικοῦν οἱ θεοί, τὴν Γῆ καὶ τὴν Σελήνη.
Μὲ τὴν ἀδελφὴ τοῦ τὴν Νύκτα γέννησε τὸν Οὐρανό, ποὺ τὸν ἔκανε κυρίαρχο στοὺς θεοὺς καὶ τὴν Γῆ (ὃς πρῶτος βασίλευσε θεῶν μετὰ μητέρα Νύκτα).
Ἡ διαδοχικὴ γεννήσις τῶν θεῶν γίνεται ὅπως καὶ στὴν Θεογονία τοῦ Ἡσιόδου μὲ κάποιες μικρὲς ἀποκλίσεις.
Ὁ Οὐρανὸς ἐκδιώκεται ἀπὸ τὸν Κρόνο κι ἐκεῖνος μὲ τὴν σειρά του ἀπὸ τὸν Δία, ποὺ δημιουργεῖ ἐκ νέου τὸν κόσμο.
Ὁ Ζεὺς καταβροχθίζει τὸν Φάνητα κι ἔτσι γίνεται παντοδύναμος καὶ κυρίαρχος τῶν πάντων.
Κέντρο τῆς θεογονίας εἶναι ὁ υἱὸς τοῦ Διὸς καὶ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου Ζαγρεὺς Διόνυσος.
Ὁ Διόνυσος Ζαγρεὺς ἤταν υἱὸ τοῦ Διὸς καὶ τῆς Κόρης – Περσεφόνης καὶ μὲ τὴν γεννήσή του τερματίζεται ἡ δημιουργία θεϊκῶν ὄντων.
Οἱ Τιτᾶνες κατατεμαχίζουν καὶ κατασπαράζουν τὸν Διόνυσο, μόνον ποὺ ἡ Ἀθηνᾶ καταφέρνει νὰ περισώσῃ τὴν καρδιά του, μὲ τὴν ὁποία ὁ Δίας τὸν ξαναδημιουργεὶ καὶ τὸν ἐπαναφέρει στὴν ζωή.
Ὁ Δίας μὲ τοὺς κεραυνούς του τιμωρεῖ τοὺς Τιτᾶνες καὶ ἀπὸ τὴν στάκτη τους φτειάχνει τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.
Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ τέφρα τῶν Τιτάνων περιεῖχε καὶ τὴν τέφρα τοῦ καταβροχθισθέντος Διονύσου, ὁ ἄνθρωπος ἔχει δύο φύσεις. Μία τιτανικὴ καὶ μία θεϊκή. Θεϊκὴ εἶναι ἡ ψυχὴ του καὶ τιτάνιο εἶναι τὸ σῶμα του.
– Ἡ ψυχὴ γιὰ τοὺς Ὀρφικούς –
Μιὰ σειρὰ μετεμψυχώσεων:
Σύμφωνα μὲ τοὺς ὀρφικοὺς ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ φυλακίστηκε μέσα στὸ σῶμα ὡς συνέπεια τοῦ ἁμαρτήματος τῶν Τιτάνων. Οἱ ἄνθρωποι ὁδηγούνται πρὸς τὴν λύτρωση μέσα ἀπὸ τὴν προσπάθεια νὰ ἀποσπάσουν καὶ νὰ διαχωρίσουν μέσα τους τὸ θεϊκὸ στοιχεῖο ἀπὸ τὸ τιτάνιο. Ἀλλὰ ἡ ὁδὸς αὐτὴ εἶναι μακρά, γιατὶ ἡ ψυχὴ ὑπόκειται συνεχῶς σὲ νέες μετενσαρκώσεις, ἐπιστρέφοντας στὴν γῆ μετὰ ἀπὸ πρόσκαιρη διαμονὴ στὸν Ἅδη καὶ πρέπει νὰ ὁλοκληρώσῃ ὁλόκληρο τὸν κύκλο τῶν γενέσεων καὶ τὴν σειρὰ τῶν μετεμψυχώσεων γιατί…

ἔστιν Ἀνάγκης χρῆμα, θεῶν ψήφισμα παλαιόν,
ἀίδιον, πλατέεσσι κατεσφρηγισμένον ὅρκοις·
εὖτέ τις ἀμπλακίηισι φόνωι φίλα γυῖα μιήνηι,
<νείκεΐ θ’> ὅς κ(ε) ἐπίορκον ἁμαρτήσας ἐπομόσσηι,
δαίμονες οἵτε μακραίωνος λελάχασι βίοιο,
τρὶς μιν μυρίας ὧρας ἀπὸ μακάρων ἀλάλησθαι,
φυομένους παντοῖα διὰ χρόνου εἴδεα θνητῶν
ἀργαλέας βιότοιο μεταλλάσσοντα κελεύθους.
αἰθέριον μὲν γάρ σφε μένος πόντονδε διώκει,
πόντος δ’ ἐς χθονὸς οὖδας ἀπέπτυσε, γαῖα δ’ ἐς αὐγὰς
ἠελίου φαέθοντος, ὁ δ’ αἰθέρος ἔμβαλε δίναις·
ἄλλος δ’ ἐξ ἄλλου δέχεται, στυγέουσι δὲ πάντες.
τῶν καὶ ἐγὼ νῦν εἰμι, φυγὰς θεόθεν καὶ ἀλήτης,
νείκεϊ μαινομένωι πίσυνος.
(Ὑπάρχει χρησμὸς τῆς ἀνάγκης, ἀπόφασις τῶν θεῶν ἀπὸ παλαιά, τρεῖς μυριάδες ἐποχὲς νὰ περλιπλανῶνται μακρὰν ἀπὸ τὴν χώρα τῶν Μακάρων καὶ νὰ παίρνουν κατὰ τὴν γέννησίν τους, μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, μορφὲς θνητῶν.
ἀπὸ αὐτοὺς εἶμαι κι ἐγώ, ἐξόριστος τῶν θεῶν καὶ περιπλανώμενο) 

Ὁ Ἐμπεδοκλῆς, στὸν ὁποῖον ἀνήκουν οἱ παραπάνω στίχοι ἀναφέρει:

ἤδη γάρ ποτ’ ἐγὼ γενόμην κοῦρός τε κόρη τε
θάμνος τ’ οἰωνός τε καὶ ἔξαλος ἔλλοπος ἰχθύς.
(μέχρι τώρα κάποτε ἔγινα καὶ ἀγόρι καὶ κορίτσι καὶ θάμνος καὶ πουλὶ καὶ ὑδρόβιος ἄλαλος ἰχθύς).

Τὸ τέρμα τοῦ κύκλου τῶν γεννήσεων σημαίνει, γιὰ τοὺς ὀρφικούς, τὸν πλήρη ἐξαγνισμὸ τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἐπιστρέφει στὸν θεό, τοῦ ὁποίου εἶναι μέρος.
Μιλᾶ γιὰ ἕναν θεὸ ΕΞΩ ἀπὸ τὶς δημιουργίες,  σύμφωνα μὲ τὸν ἱστορικὸ Ἔφορο ἀπὸ τὴν Κύμη (4ος αἰὼν π.χ.) μαθητὴ τοῦ Ἰσοκράτους.

******************************************************************
Κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν Ἰδαίων Δακτύλων ἀπὸ τὴν Φρυγίαν εἰς τὴν Εὐρώπην οἱ Ἰδαίοι Δάκτυλοι συνεδέθησαν μὲ τὴν μουσικὴν τῶν μυστηριακῶν τελετῶν πρὸς τιμὴν τοῦ Διονύσου, ἑνῷ μὲ τὴν ιδίαν ὀνομασίαν ἀπαντοῦν καὶ μυθικὰ πρόσωπα εἰς τὴν Κρήτην, Ἱερεῖς τῆς Κυβέλης, οἱ ὁποὶοι παραλληλίζονταν μὲ τοῦς Κορύβαντες (Στράβων, Γεωγραφικά, 7a.1.51.4-5, Διόδωρος, Βιβλιοθήκη, 5.64) καὶ τοὺς Κουρῆτες (Στράβων, Γεωγραφικά, 7a.1.51.4-5), ὑποδεικνύοντας μίαν ἄμεσην σχέσιν τῆς λατρεῖας τοῦ Διονύσου μὲ τῆς Κυβέλης. Οἱ Κουρῆτες, ὡς φύλακες τοῦ βρέφους Διονύσου, συνδέονται μὲ τὸν ὀρφικὸν μῦθον τοῦ σπαραγμοῦ του «ὅν εἰσέτι παῖδα ὄντα ἐνόπλῳ κινήσει περιχορευόντων Κουρητῶν..», Κλήμης,

Προτρεπτικός, 2.16.
Ἐκείνην τὴν ἐποχήν συνετελέσθη παραλλήλως καὶ ἡ διάδοσις τῶν μυστηρίων εἰς τὴν Ἑλλάδαν ὑπὸ τοῦ Ὀρφέως: «ἔνιοι δ᾿ ἱστοροῦσιν ὧν ἐστὶ καὶ Ἔφορος, τοὺς Ἰδαίους Δακτύλους γενέσθαι μὲν κατὰ τὴν Ἴδην τὴν ἐν Φρυγίαι, διαβῆναι δὲ τὴν Εὐρώπην. ὑπάρξαντας δὲ γόητας ἐπιτηδεῦσαι τάς τε ἐπῳδὰς καὶ τελετὰς καὶ μυστήρια, καὶ περὶ Σαμοθρᾴκην διατρίψαντας οὐ μετρίως ἐν τούτοις ἐκπληττεῖν τοὺς ἐγχωρίους. καθ’ ὅν δὴ χρόνον καὶ τὸν Ὀρφέα, φύσει διαφόρῳ κεχορηγημένον πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἐξενεγκεῖν τελετὰς καὶ μυστήρια»

Ὁρισμένοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Ἔφορος, ἀφηγοῦνται ὅτι οἱ Ἰδαῖοι Δάκτυλοι, ἑνᾦ ἐμφανίσθησαν διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν περιοχὴ τῆς Ἴδης ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν Φρυγίαν (βορειοκεντρικὴ Τουρκία), ἐπέρασαν καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην. Καὶ ἐπειδὴ ἦσαν μάγοι, ἐνδιεφέρθησαν ἐντόνως διὰ τὰ μαγικὰ ἄσματα καὶ τὰς τελετὰς καὶ τὰ μυστήρια, καὶ καθὼς ἠσχολήθησαν ἐπί μακρὸν χρόνον καὶ εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Σαμοθράκης μὲ αυτά, προεκάλεσαν μεγάλον θαυμασμὸν εἰς τοὺς ἰθαγενεῖς. «Ἐκείνην, τὴν ἐποχὴν λέγουν ὅτι καὶ ὁ Ὀρφεὺς, ὁ ὁποῖος διέθετεν ἰδιαίτερα προσόντα, ἔφερεν εἰς τοὺς Ἕλληνας τὰς τελετὰς καὶ τὰ μυστήρια.» (Διόδωρος, Βιβλιοθήκη, 5.64.4 = Kern 42).

Ἐπομένως, ἡ ποίησις τοῦ Ὀρφέως (ἤ τουλάχιστον ἑνὸς τμήματός της) νὰ εἶχε ἄμεσον σχέσιν μὲ τοὺς Δακτύλους, καθιστῶντας σαφὲς ὅτι ἡ χρήσις της, κατ᾿ ἐπέκτασιν καὶ τὸ περιεχόμενόν της, διέφερε αἰσθητῶς τῆς χρήσεως καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς ποιήσεως τοῦ Ὁμήρου.

Ἡ ἀρχαιοτέρα μαρτυρία ἀμφισβητήσεως τῆς «προγενεστέρας» τοποθετήσεως τοῦ Ὀρφέως, ἐπομένως καὶ τῆς ποιήσεώς του, ἔναντι τοῦ Ομήρου καὶ τοῦ Ἡσιόδου ἐντοπίζεται ἤδη εἰς τὸ μέσον τοῦ 5ου αι. π.Χ. εἰς τὸν Ἠρόδοτον: «Ἡσίοδον γὰρ καὶ Ὅμηρον ἡλικίην τετρακοσίοισι ἔτεσι δοκέω μευ πρεσβυτέρους γενέσθαι. οὗτοι δέ εἰσι οἱ ποιήσαντες θεογονίην Ἕλλησι καὶ τοῖσι θεοῖσι τὰς ἐπωνυμίας δόντες…οἱ δὲ πρότερον ποιηταὶ λεγόμενοι τούτων τῶν ἀνδρῶν
γενέσθαι ὕστερον, ἔμοιγε δοκέειν, ἐγένοντο.»

Χρονολογικῶς, νομίζω ὅτι ὁ Ἡσίοδος καὶ ὁ Ὅμηρος εἶναι τετρακόσια ἔτη παλαιότεροι ἀπὸ ἐμένα. Αὔτοι εἶναι ποὺ ἐδημιούργησαν τὴν θεογονίαν διὰ τοὺς Ἕλληνας καὶ ἔδωσαν εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς θεοὺς τὰ ὀνόματά των…Ἐκεῖνοι οἱ ποιηταὶ ποὺ λέγεται ὅτι εἶναι προγενέστεροι τοῦ Ἡσιόδου καὶ τοῦ Ὁμήρου, νομίζω ὅτι ἐμφανίσθησαν μετὰ ἀπὸ αὺτοὺς {ὰπὸ τὸν Ἡσίοδον καὶ τὸν  Ὅμηρον}, (Ἱστορίαι, 2.53 = Kern 10).

Ἀξιοσημείωτον στοιχεῖον εἶναι ἡ παρουσίασις τῆς Ἑλληνικῆς θεογονίας ὡς ἔργο τοῦ Ὁμήρου καὶ τοῦ Ἡσιόδου μόνον.
Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ παρουσίασις τῆς Ἑλληνικῆς θεογονίας ὡς ἔργον τοῦ Ὁμήρου καὶ τοῦ Ἡσιόδου δηλώνεται μὲ ἰδιαιτέραν ἔμφασιν «οὗτοι δέ εἰσι» θὰ μποροῦσε νὰ ἐρμηνευθῇ μόνον ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς ὑπάρξεως μίας θεογονίας τοῦ Ὀρφέως, τὴν ὁποίαν συνέκρινεν μετὰ τῶν ἀντιστοίχων θεογονικοῦ περιεχομένου μαρτυρίας τοῦ Ομήρου «…Ὠκεανόν τε θεῶν γένεσιν καὶ μητέρα Τηθύν», Ἰλιάδα, Ξ, 302), καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ ἔργον τοῦ Ἡσιόδου (Θεογονία).

Τάσος Γκολέμης

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:
Τὸ μεσαῖον τμῆμα τοῦ κειμένου εἶναι …«δανεικόν».

 

(Visited 276 times, 1 visits today)




Leave a Reply