Ἡ μάχη τοῦ Δομοκοῦ.

«…Οἱ πρῶτες ἁψιμαχίες ἄρχισαν στὶς 4 Ἀπριλίου, πρὶν διακοποῦν οἱ διπλωματικὲς σχέσεις Ἑλλάδος-Τουρκίας, στὴν Καλλιπεύκη (Νεζερὸ) τοῦ Τυρνάβου. Τὴν ἑπομένη τὸ ἑλληνικὸ πεζικὸ κατέλαβε δύο τουρκικοὺς μεθοριακοὺς σταθμοὺς καὶ ἀπέκρουσε δύο τουρκικὲς ἀντεπιθέσεις. Στὶς 6 Ἀπριλίου στὸν τομέα τῆς Μελούνας 4 ἑλληνικοὶ λόχοι εδέχθησαν τὴν ἐπίθεση 13 τουρκικῶν ταγμάτων. Οἱ ὑπέρτερες δυνάμεις καὶ ἡ κακὴ θέσις τοῦ πυροβολικοῦ ἀνάγκασαν τὶς ἑλληνικὲς δυνάμεις νὰ ὑποχωρήσουν. Ἡ κακὴ ἀντίληψις τῆς καταστάσεως, ἡ ἀσυνεννοησία μεταξὺ τῶν τμημάτων, καὶ τὸ κακὸ ἠθικὸ τῶν ἀγωνιζομένων τμημάτων ποὺ εἶχαν νὰ ἐφοδιασθοῦν μὲ τροφὴ καὶ νερὸ 24 ὧρες, μετέτρεψαν τὴν ὑποχώρηση σὲ ἄτακτη φυγή. Πολύτιμο ἔδαφος ἐγκατελείφθη χωρὶς οὐσιαστικὸ λόγο. Διορθωτικὲς κινήσεις ποὺ προσπάθησε νὰ κάνει ὁ Κωνσταντῖνος ὄχι μόνο δὲν εἶχαν κανένα ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ καὶ ἐπέτειναν τὴν σύγχυση. Οἱ Συνταγματάρχες Νικόλαος Μακρῆς καὶ Χρῆστος Μαστραπᾶς, διοικητὲς τῆς 1ης Μεραρχίας καὶ τῆς 2ας Ταξιαρχίας ἀντίστοιχα, ἔκριναν ὅτι ἡ κατάστασις τῶν μονάδων τους ἦταν τέτοια ποὺ δὲν τοὺς ἐπέτρεπε νὰ προβάλουν ἐκεῖ ἀντίσταση. Ὁ Κωνσταντῖνος χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὴν κατάσταση καὶ χωρὶς νὰ στείλῃ ἀξιωματικὸ τοῦ Ἐπιτελείου γιὰ νὰ τὴν διαπιστώσῃ, ἐνέκρινε τὴν ὑποχώρηση. Ὅμως ἡ σύγχυσις ποὺ ἐπικρατοῦσε στὶς ἐπικοινωνίες μεταξὺ τοῦ Κωνσταντίνου, τοῦ Μακρῆ καὶ τοῦ Μαστραπᾶ, ἦταν κάτι τὸ ἀσύλληπτο. Ἄλλες διαταγὲς ἐδίδοντο καὶ ἄλλες ἐκτελοῦντο. Κανένας δὲ φρόντιζε νὰ ἐνημερώσῃ κανέναν γιὰ τὶς κινήσεις ποὺ ἐπρόκειτο νὰ κάνῃ, ἔκανε ἢ εἶχε κάνη.

Στὴν Ἀθήνα πάντως ἐπικρατοῦσε ἐνθουσιασμὸς ὡς τὸ πρωὶ τῆς 7ης Ἀπριλίου, ὁπότε καὶ ἔφθασαν τὰ κακὰ μαντάτα. Οἱ συγκρούσεις συνεχίσθηκαν ἐπάνω στὸ ἴδιο μοτίβο. Οἱ Ἕλληνες ἦσαν σὲ πλήρη ἀδυναμία νὰ ἐπικοινωνήσουν μεταξύ τους καὶ οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐκμεταλλεύονταν τὰ πλεονεκτήματα ποὺ τοὺς εἶχαν παραχωρήση οἱ πρῶτοι. Στὶς 11 Ἀπριλίου ἔγινε μάχη στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀμπελώνος (Καζακλὰρ) καὶ ἀμέσως μετὰ ἄρχισε ἡ ὑποχώρησις πρὸς τὴν Λάρισα ποὺ δὲν ἄργησε νὰ γίνει ἄτακτη φυγή. Οἱ Τοῦρκοι θὰ μποῦν τελικὰ στὸν Τύρναβο στὶς 12 τοῦ μηνός, καὶ τὴν ἑπομένη στὴν Λάρισα. Στὶς 12 ὁ Κωνσταντῖνος τηλεγραφοῦσε στὴν κυβέρνηση: «… ἡ κατάστασις τοῦ στρατεύματος ὑπὸ πάσαν ἄποψιν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ μὲν ἄμυνα ἐν Λαρίσῃ ἀδύνατος, ἡ δὲ ὑποχώρησις πρὸς Φάρσαλον ἀμφίβολος…». Ὁ Δηλιγιάννης τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας τοῦ ἀπαντοῦσε: «Ἐὰν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλία στρατοῦ κρίνῃ ὅτι ἡ κατάστασις τῶν στρατευμάτων εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἐν Λαρίσῃ, παρακαλεῖται νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς Φάρσαλον». Ἡ ὑποχώρησις πρὸς τὰ Φάρσαλα ἔγινε σὲ πλήρη διάλυση…»

«Ο ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ 1897 – Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΔΟΜΟΚΟΥ»

Κύριε Δήμαρχε Δομοκοῦ, κύριε Πρόεδρε τῆς Τοπικῆς Κοινότητας Δομοκοῦ, κύριοι Βουλευτές, κυρίες καὶ κύριοι,

Ἀρχίζοντας τὴν ὁμιλία θὰ ἀναφερθῶ μὲ λίγα λόγια στὶς συνθῆκες ποὺ ἐπικρατοῦσαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὸν Εὐρωπαϊκὸ χῶρο, καθὼς καὶ τὴν πολιτική, οἰκονομικὴ καὶ στρατιωτικὴ κατάσταση ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴν Ἑλλάδα.

Ὁ πόλεμος αὐτὸς τοῦ 1897 ἀπετέλεσε τὴν πρώτη πολεμικὴ ἐμπλοκὴ τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὴν ὁποία καὶ δοκιμάσθηκε σὲ ἐκστρατεία τόσο ὁ τότε πολεμικὸς μηχανισμός της, ὅσο καὶ τὸ πολεμικὸ δυναμικό της, μὲ ὅ,τι ἀτέλειες καὶ ἀδυναμίες παρουσίαζε, 67 χρόνια μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπόκτηση τῆς ἀνεξαρτησίας της.

Μὲ τὴν συνθήκη τοῦ Βερολίνου (16-06-1880) καὶ τὴν Πρεσβευτικὴ διάσκεψη τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1881, ποὺ συνῆλθε ὕστερα ἀπὸ διπλωματικὲς ἐπαφὲς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καθορίστηκαν τὰ νέα Ἑλληνοτουρκικὰ σύνορα καὶ παρεχωρήθη στὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρη ἡ Θεσσαλία, μαζὶ καὶ ἡ Ἐπαρχία Δομοκοῦ καὶ ἕνα μόνο τμῆμα τῆς Ἄρτας. Ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς περιοχῆς Δομοκοῦ ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἔγινε στὶς 8 Αὐγούστου 1881 μὲ πανηγυρικὴ εἴσοδο τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ στὸν Δομοκὸ μέσα σὲ κλίμα ἐνθουσιασμοῦ, ἐθνικῆς ὑπερηφάνειας καὶ μὲ τέλεση δοξολογίας στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίας Παρασκευῆς ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Θαυμακοῦ Μισαήλ. Ἡ νέα συνοριακὴ γραμμὴ ἄρχιζε ἀπὸ τὸ στενὸ Καραλὴ Δερβᾶν μεταξὺ τῶν ἐκβολῶν τοῦ Πηνειοῦ καὶ τοῦ Πλαταμώνος, περνοῦσε ἀπὸ τὶς ἀκρώρειες τοῦ Ὀλύμπου, τὰ ὑψώματα τοῦ Ζάρκου καὶ τὶς κορυφὲς τοῦ Ζυγοῦ καὶ κατέληγε στὸ ποτάμι τῆς Ἄρτης.

Πολιτική, Οἰκονομικὴ καὶ Στρατιωτικὴ Κατάστασις

 Στὶς 10 Δεκεμβρίου 1893 ὁ Χαρίλαος Τρικούπης ἀγορεύοντας στὴν Βουλὴ ἀνάμεσα στὰ ἄλλα εἶπε καὶ τὴν φράση: «…δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν». Ἦταν μία ἀπὸ τὶς λίγες, ἴσως ἐλάχιστες, φορὲς ποὺ ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς ἕνας Ἕλληνας πολιτικὸς ἐκστόμιζε κάτι τόσο σημαντικὸ ποὺ ἀφ’ ἑνὸς τὸ ἐννοοῦσε καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἶχε τόσο βαρειὲς συνέπειες γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Λίγες ἡμέρες μετὰ ἡ Βουλὴ ψήφισε τὸν Νόμο 2196/93 μὲ τὸν ὁποῖον ἐκηρυσσετο ἐπίσημα τὸ ἑλληνικὸ κράτος σὲ κατάσταση πτωχεύσεως ὡς πρὸς τὶς πληρωμές του στὸ ἐξωτερικό. Ὁ πόλεμος ποὺ ξέσπασε κατὰ τῆς κυβέρνησης καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ Τρικούπη ἦταν γενικὸς καὶ ὁλοκληρωτικός. Οἱ Γάλλοι καὶ οἱ Βρετανοὶ δανειστὲς πίεζαν τὶς κυβερνήσεις τους καὶ αὐτὲς μὲ τὴν σειρά τους τὴν ἑλληνική. Αὐτὸς ὅμως ποὺ εἶχε ξεπεράση κάθε ὅριο ἦταν ὁ Kaiser Whilhelm ΙΙ. Ἦταν ἐπικεφαλὴς μίας λυσσαλέας καὶ βάναυσης ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐπειδὴ πίστευε ὅτι θὰ ἀπεκόμιζε ὀφέλη ἀπὸ τὴν Τουρκία.

Τὶς ἀντιδράσεις του αὐτὲς δὲν περιόριζε οὔτε ἡ συγγένειά του μὲ τὸν θρόνο τῆς Ἑλλάδος. Στὸ ἐσωτερικὸ ἡ ἀντίδρασις ἦταν ἐξίσου λυσσαλέα. Ὁ Δηλιγιάννης, λαϊκιστὴς χωρὶς ὅρια, εἶχε κυριολεκτικὰ ξεσπαθώση. Οἱ προσπάθειες τοῦ Τρικούπη γιὰ νὰ περισωθῇ ἡ οἰκονομία ἢ τέλος πάντων ὅ,τι εἶχε ἀπομείνη ἀπὸ αὐτήν, στρέφουν ἐναντίον του ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς κεφαλαιούχους καὶ τὶς λαϊκὲς τάξεις.

Τὰ Ἀνάκτορα ἄρχισαν νὰ χρησιμοποιοῦν τὶς διασυνδέσεις τους στὸν Στρατὸ προκειμένου νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐκεῖ δυσφορία. Ἡ συμμετοχὴ τοῦ διαδόχου Κωνσταντίνου σὲ συλλαλητήριο κατὰ τῆς κυβερνήσεως θὰ ἀναγκάση τὸν Τρικούπη, στὶς 12 Ἰανουαρίου 1895, νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησή του. Στὶς ἐκλογὲς τῆς 16ης Ἀπριλίου 1895 δὲ θὰ ἐκλεγη γιὰ λίγες ψήφους, οὔτε βουλευτής. Τότε θὰ πῆ τὸ περίφημο: «Ἀνθ’ ἡμῶν ὁ Γουλιμής». Ἦταν ἡ ἀρχὴ τῆς «ἐλευθέρας πτώσεως» ποὺ εἶχε μπῆ ἡ Ἑλλάς.

Ὁ Δηλιγιάννης ὡς πρωθυπουργός, φυσικά, δὲν κατάφερε ἀπολύτως τίποτα. Ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία εὑρισκετο σὲ κρίση. Ὁ κόσμος δὲν ἐμπιστεύετο τοὺς πολιτικοὺς παρὰ μόνο γιὰ ρουσφέτια. Οἱ Ἔνοπλες Δυνάμεις ἦταν κυριολεκτικὰ «ἐν διαλύσει». Ἐπιπλέον ἐκείνη τὴν ἐποχὴ σημειώθηκε βαθὺ ρῆγμα στὶς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ διάδοχος Κωνσταντῖνος εἶχε δημιουργήση μία ὁμάδα «ἐκλεκτῶν» του ἀξιωματικῶν, μὲ τοὺς ὁποίους ἔκανε ὅ,τι ἤθελε στὸ στράτευμα.

Τὸ κλίμα αὐτὸ βοήθησε ἐξαιρετικὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς «Ἐθνικῆς Ἐταιρείας». Ἦταν μία ὀργάνωση ἀξιωματικῶν ποὺ ἱδρύθηκε στὴν Ἀθήνα στὶς 12 Νοεμβρίου τοῦ 1894. Τὴν μεγάλη της ἀκμὴ ἄρχισε νὰ τὴν γνωρίζῃ μετὰ τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1895, ὅταν τροποποιήθηκε τὸ καταστατικό της καὶ μέλη της μποροῦσαν νὰ εἶναι καὶ μὴ στρατιωτικοί. Σὲ αὐτὴ λοιπὸν τὴν τυπικὰ μυστικὴ ὀργάνωση, γιὰ τὴν ὁποία ὅμως γνώριζαν πολλὰ πολλοί, συμμετεῖχαν καὶ κάποια «ἠχηρὰ» ὀνόματα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ὅπως, γιὰ παράδειγμα, οἱ καθηγητὲς τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Ἀθηνῶν Σπυρίδων Λάμπρος, Νικόλαος Πολίτης, Γεώργιος Χατζηδάκις. Ἀκόμα ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς, ὁ Γρηγόριος Ξενόπουλος, ὁ Ἀνδρέας Καρκαβίτσας, ὁ Γεώργιος Σουρῆς, ὁ Νικηφόρος Λύτρας. Ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς ποὺ ἀνῆκαν κάποιοι θὰ γίνονταν γνωστοὶ στὸν αἰῶνα μας. Τέτοιοι ἦσαν ὁ Παῦλος Μελάς, ποὺ θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς ἱδρυτές της, ὁ Παναγιώτης Δαγκλῆς καὶ ὁ Λεωνίδας Παρασκευόπουλος.

Καὶ ἐνῶ ὅλα αὐτὰ συνέβαιναν στὴν Ἑλλάδα, ἡ Κρήτη εὑρίσεκτο σὲ ἕναν ἀκόμη ἐπαναστατικὸ ἀναβρασμὸ λόγω τῶν συνεχῶν παραβιάσεων τῆς «Συνθήκης τῆς Χαλέπας» ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἡ ὁποία περιελάμβανε ὁρισμένες μεταρρυθμίσεις ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων τῆς Κρήτης. Ἡ Ἐθνικὴ Ἐταιρεία τὸ καλοκαίρι τοῦ 1876 ἔστελνε ἀντάρτες ἐκεῖ ἀλλὰ καὶ στὴν Μακεδονία, ἐνῶ ἑτοίμαζε νὰ στείλῃ καὶ στὴν Ἤπειρο. Ἡ κυβέρνησις προσπαθοῦσε νὰ ἀποφεύγῃ τὰ «μπλεξίματα» ἀλλὰ δὲν ἔκανε καὶ τίποτα τὸ οὐσιαστικὸ προκειμένου νὰ περιορίσῃ τὴν δράση τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας». Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1897 τὰ γεγονότα πῆραν δραματικὴ τροπὴ στὴν Κρήτη. Τότε ἡ κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ στείλῃ ἑλληνικὰ στρατεύματα, ὄχι ἀντάρτες, στὸ νησί. Στὶς 11 τὸ βράδυ τῆς 3ης Φεβρουαρίου 1897 ἄρχισε ἡ ἀποβίβασις στὸ Κολυμπάρι τῶν Χανίων τῶν 1.417 ἀνδρῶν ποὺ ἀποτελοῦσαν τὸ Ἑλληνικὸ Ἐκστρατευτικὸ Σῶμα. Ἐπικεφαλὴς τους ἦταν ὁ Συνταγματάρχης Τιμολέων Βάσσος, σημειώνοντας ἐπιτυχίες σὲ μάχες ἐναντίον τῶν Τούρκων. Οἱ Μεγάλες Δυνάμεις ὅμως ἀπηγόρευσαν κάθε περαιτέρω ἐπιθετικὴ ἐνέργεια στὸν Βάσσο καὶ τοὺς ἄνδρες του.

Ἡ παρουσία ἑλληνικῶν δυνάμεων στὴν Κρήτη καθὼς καὶ οἱ συνεχεῖς εἰσβολὲς ἀτάκτων ὁμάδων τῆς «Ἐθνικῆς Ἑταιρείας» στὴν Μακεδονία, ποὺ τότε ἦταν τουρκικὸ ἔδαφος, ἀποτέλεσαν καὶ τὴν ἀφορμὴ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου ἀπὸ τὴν Τουρκία. Μία κήρυξις ποὺ ἔγινε στὶς 5 Ἀπριλίου 1897.

Στὴν Ἀθήνα, ἀλλὰ καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἑλλάδα, ὅλοι εἶχαν καταληφθῆ ἀπὸ πολεμικὴ μανία. Στὶς 15 Μαρτίου 1897 ἀνεχώρησε ὁ διάδοχος Κωνσταντῖνος γιὰ τὴν Λάρισα. Θὰ ἔμπαινε ἐπικεφαλὴς τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας. Ἀρχηγὸς τοῦ ἐπιτελείου του ἦταν ὁ Συνταγματάρχης τοῦ Πυροβολικοῦ Κωνσταντῖνος Σαπουντζάκης. Μαζί του, ὡς ἐπιτελεῖς, ἦταν ὁ Λοχαγὸς τοῦ Μηχανικοῦ Βίκτωρ Δούσμανης καὶ οἱ Ὑπολοχαγοί, ἐπίσης τοῦ Μηχανικοῦ, Ἰωάννης Μεταξᾶς καὶ Ξενοφῶν Στρατηγός. Στὸν προορισμό τους ἔφθασαν δύο ἡμέρες ἀργότερα. Στὶς 19 τοῦ ἴδιου μηνός, ὁ Κωνσταντῖνος διέταξε τὴν ἀναπροσαρμογὴ τῆς διατάξεως τῶν ἑλληνικῶν δυνάμεων ποὺ ἦταν ἁπλῶς παρατεταγμένες κατὰ μῆκος τῶν συνόρων. Αὐτὸ προεκάλεσε ἐπιπλέον προβλήματα καθὼς δὲν ὑπῆρχε κανένα σχέδιο δράσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ. Δὲν προβλέπετο καμμία ἐπιθετικὴ ἐνέργεια ἀλλὰ μόνο στατικὴ ἄμυνα. Ὅμως ἔλειπαν ἐντελῶς τὰ ἀμυντικὰ ἔργα! Ἀκόμη δὲν ὑπῆρχαν ἐφεδρεῖες ποὺ θὰ ἐπέτρεπαν τὴν ἀποστολὴ ἐνισχύσεων στοὺς τομεῖς ποὺ παρουσίαζαν προβλήματα καὶ θὰ σχημάτιζαν τὴν 2η γραμμὴ ἀμύνης ἂν χρειαζόταν.

Ἀλλὰ αὐτὰ δὲν ἦταν καὶ τὰ μόνα προβλήματα τοῦ στρατοῦ. Ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ ὑστεροῦσαν σημαντικὰ στὴν πρακτικὴ ἐκπαίδευση. Λίγοι εἶχαν μία ἀνεκτὴ ἕως καλὴ θεωρητικὴ κατάρτιση. Γυμνάσια δὲ γίνονταν ποτέ. Τὸ πεζικὸ ἦταν ἐφοδιασμένο μὲ τουφέκια Gras ὑποδ. 1874. Τὰ ὅπλα αὐτὰ ἦσαν μᾶλλον ἀπηρχαιωμένα.

Ἐκεῖ ὅμως ὅπου ἡ κατάστασις ἦταν ἀπαράδεκτη ἦταν στὸν τομέα τῆς ἐκπαιδεύσεως. Οἱ στρατιῶτες δὲν γνώριζαν νὰ τὰ χρησιμοποιοῦν. Οἱ πυροβολητές, γιὰ παράδειγμα, ἔριξαν τὶς πρῶτες τους βολὲς κατὰ τὴν διάρκεια τῶν συγκρούσεων. Ἀσκήσεις ἑλιγμῶν δὲν εἶχαν γίνη ποτέ. Ἡ πειθαρχία πυρὸς ἦταν κάτι τὸ ἄγνωστο. Ἡ παθητικὴ ἄμυνα ἦταν αὐτὸ πού, ἐνστικτωδῶς καὶ ὄχι λόγω ἐκπαιδεύσεως, γνώριζαν οἱ στρατιῶτες. Αὐτὸ ὅμως πολὺ εὔκολα μετέτρεπε τοὺς ἑλιγμοὺς τῆς ὑποχωρήσεως σὲ φυγὴ καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔγινε τότε. Ὅταν καὶ ὅπου χρειάσθηκε νὰ γίνουν ὑποχωρητικοὶ ἑλιγμοί, πολὺ σύντομα αὐτοὶ μετετράπησαν σὲ ἄτακτο φυγή.

Ἕνα ἄλλο τραγικὸ σημεῖο ἦταν ἡ κατάστασις σὲ στολὲς καὶ γενικὰ ὑλικὸ πολέμου. Ὅπως ἀναφέρεται μόνο στοὺς 22.000 ἐπιστράτους, ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν 85.000, ἐδόθησαν στολὲς καὶ πλήρη ἐφόδια. Οἱ ὑπόλοιποι πῆραν ἕνα πηλήκιο, ἕνα λινὸ χιτώνιο καὶ μία κουβέρτα! Τὰ ἄλογα γιὰ τὸ ἱππικὸ καὶ τὸ πυροβολικὸ ἦταν εἶδος μᾶλλον σπάνιο… Τὴν τελευταία στιγμὴ τὸ πυροβολικὸ κάλυψε τὶς ἀνάγκες του. Δὲν ἔγινε ὅμως καὶ τὸ ἴδιο μὲ τὸ ἱππικό. Πολλὲς ἴλες πῆγαν στὴν μάχη ὡς πεζοπόρα τμήματα. Ἡ ἴδια κατάστασις διαλύσεως ἐπικρατοῦσε καὶ στὴν ἐπιμελητεία. Μεταφορικὰ ζῶα δὲν ὑπῆρχαν. Ὅσα ἐπιτάχθηκαν, μαζὶ μὲ τοὺς ὁδηγούς τους, ἐτράπησαν σὲ φυγὴ μετὰ τὶς πρῶτες ἀποτυχίες. Οἱ μεταφορὲς σὲ πυρομαχικὰ καὶ τρόφιμα ἦσαν κάτι παραπάνω ἀπὸ προβληματικές. Τὰ δεύτερα μάλιστα σχεδὸν ποτὲ δὲν ἔφθαναν στὸν προορισμό τους. Ὅσο γιὰ τὶς μεταφορὲς τραυματιῶν αὐτές, μᾶλλον ἦσαν ἀχρείαστες. Οὕτως ἢ ἄλλως δὲν εἶχαν ποῦ νὰ τοὺς μεταφέρουν. Ὀργανωμένα νοσοκομεῖα ἢ ἔστω νοσοκομεῖα τῆς κακιᾶς ὥρας δὲν ὑπῆρχαν. Ὅσα ὀργανώθηκαν ἦταν ἀποτέλεσμα ἐθελοντικῆς καὶ μόνον προσφορᾶς. Τελικὰ αὐτὸ ποὺ ὀνομαζόταν στρατὸς δὲν ἦταν παρὰ ἕνα συνονθύλευμα ἐνθουσιασμένων ἀνθρώπων ποὺ πίστευαν ὅτι θὰ νικήσουν μὲ τραγούδια καὶ φωνές.

Οἱ δυνάμεις τῶν ἀντιπάλων

Ἡ μάχιμη δύναμις τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ ἔφθασε τὶς 73.142 ἄνδρες, ποὺ ἦταν κατανεμημένη σὲ δύο Ἀρχηγεῖα. Στὸ Α’ τῆς Θεσσαλίας καὶ τὸ Β’ τῆς Ἠπείρου. Τὸ Α’ Ἀρχηγεῖο τῆς Θεσσαλίας εἶχε δύναμη 41.735 ἄνδρες, ποὺ ἀποτελοῦσαν τὴν 1η καὶ τὴν 2α Μεραρχία. Τὶς μεραρχίες αὐτὲς ἀποτελοῦσαν 25 τάγματα πεζικοῦ, 7 τάγματα Εὐζώνων καὶ ἕνα τάγμα ἐθελοντῶν. Εἶχαν ἀκόμη 12 ἴλες ἱππικοῦ ἀπὸ τὶς ὁποῖες οἱ 4 ἦσαν ἄνιππες, 8 πεδινὲς καὶ 8 ὀρεινὲς πυροβολαρχίες καὶ τέλος 2 διλοχίες μηχανικοῦ.

Νὰ περάσουμε τώρα στὴν πλευρὰ τῶν Τούρκων. Ἀρχιστράτηγος ἦταν ὁ Ἐτὲμ Πασὰς καὶ Ἐπιτελάρχης ὁ Σεφκὲτ Πασάς. Τὸ Γενικὸ Στρατηγεῖο τους ἦταν στὴν Ἐλασσόνα. Ἡ δύναμίς τους στὴν Θεσσαλία, ἦταν περίπου 62.000 πεζοί, 1.300 ἱππεῖς καὶ 204 πυροβόλα. Οἱ ἄνδρες τοῦ πεζικοῦ ἔφεραν κυρίως τουφέκια Martini, ἐνῶ μερικοὶ ἔφεδροι Mauser. Γιὰ τὸ ἱππικὸ ὑπῆρχαν ἀραβίδες Martini καὶ Winchester. Τὰ τουρκικὰ πυροβόλα ἦσαν Krupp τῶν 87mm γιὰ τὶς πεδινὲς πυροβολαρχίες, τῶν 75mm γιὰ τὶς ἔφιππες, τῶν 69mm γιὰ τὶς ὀρεινές, ἐνῶ ὑπῆρχαν καὶ ὀβιδοβόλα τῶν 120mm. Ἡ παραπάνω δύναμις ἦταν ὀργανωμένη σὲ 99 τάγματα πεζικοῦ, 22 ἴλες πεζικοῦ, 45 πυροβολαρχίες ἀπὸ τὶς ὁποῖες οἱ 17 ἦσαν ὀρεινὲς καὶ 3 λόχους μηχανικοῦ. Ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευση ὁ τουρκικὸς στρατὸς ὑπερεῖχε σαφῶς τοῦ ἑλληνικοῦ. Τὴν ἐκπαίδευση, ὅπως καὶ τὴν ὀργάνωση καὶ τὸν ἐξοπλισμό, εἶχαν ἀναλάβει Γερμανοὶ ἀξιωματικοί. Ὁ von der Goltz εἶχε κάνει ἐξαιρετικὴ δουλειά.

Ὁ Ἑλληνικὸς στόλος δὲν χρειάσθηκε νὰ ἐπέμβῃ καθόλου στὸν πόλεμο αὐτό, καὶ σαφῶς ὑπερτεροῦσε τοῦ Τουρκικοῦ. Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Τουρκικὸς στόλος δὲν ἔφυγε καθόλου ἀπὸ τὸν ναύσταθμο τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Οἱ πρῶτες ἁψιμαχίες ἄρχισαν στὶς 4 Ἀπριλίου, πρὶν διακοποῦν οἱ διπλωματικὲς σχέσεις Ἑλλάδος-Τουρκίας, στὴν Καλλιπεύκη (Νεζερὸ) τοῦ Τυρνάβου. Τὴν ἑπομένη τὸ ἑλληνικὸ πεζικὸ κατέλαβε δύο τουρκικοὺς μεθοριακοὺς σταθμοὺς καὶ ἀπέκρουσε δύο τουρκικὲς ἀντεπιθέσεις. Στὶς 6 Ἀπριλίου στὸν τομέα τῆς Μελούνας 4 ἑλληνικοὶ λόχοι εδέχθησαν τὴν ἐπίθεση 13 τουρκικῶν ταγμάτων. Οἱ ὑπέρτερες δυνάμεις καὶ ἡ κακὴ θέσις τοῦ πυροβολικοῦ ἀνάγκασαν τὶς ἑλληνικὲς δυνάμεις νὰ ὑποχωρήσουν. Ἡ κακὴ ἀντίληψις τῆς καταστάσεως, ἡ ἀσυνεννοησία μεταξὺ τῶν τμημάτων, καὶ τὸ κακὸ ἠθικὸ τῶν ἀγωνιζομένων τμημάτων ποὺ εἶχαν νὰ ἐφοδιασθοῦν μὲ τροφὴ καὶ νερὸ 24 ὧρες, μετέτρεψαν τὴν ὑποχώρηση σὲ ἄτακτη φυγή. Πολύτιμο ἔδαφος ἐγκατελείφθη χωρὶς οὐσιαστικὸ λόγο. Διορθωτικὲς κινήσεις ποὺ προσπάθησε νὰ κάνει ὁ Κωνσταντῖνος ὄχι μόνο δὲν εἶχαν κανένα ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ καὶ ἐπέτειναν τὴν σύγχυση. Οἱ Συνταγματάρχες Νικόλαος Μακρῆς καὶ Χρῆστος Μαστραπᾶς, διοικητὲς τῆς 1ης Μεραρχίας καὶ τῆς 2ας Ταξιαρχίας ἀντίστοιχα, ἔκριναν ὅτι ἡ κατάστασις τῶν μονάδων τους ἦταν τέτοια ποὺ δὲν τοὺς ἐπέτρεπε νὰ προβάλουν ἐκεῖ ἀντίσταση. Ὁ Κωνσταντῖνος χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὴν κατάσταση καὶ χωρὶς νὰ στείλῃ ἀξιωματικὸ τοῦ Ἐπιτελείου γιὰ νὰ τὴν διαπιστώσῃ, ἐνέκρινε τὴν ὑποχώρηση. Ὅμως ἡ σύγχυσις ποὺ ἐπικρατοῦσε στὶς ἐπικοινωνίες μεταξὺ τοῦ Κωνσταντίνου, τοῦ Μακρῆ καὶ τοῦ Μαστραπᾶ, ἦταν κάτι τὸ ἀσύλληπτο. Ἄλλες διαταγὲς ἐδίδοντο καὶ ἄλλες ἐκτελοῦντο. Κανένας δὲ φρόντιζε νὰ ἐνημερώσῃ κανέναν γιὰ τὶς κινήσεις ποὺ ἐπρόκειτο νὰ κάνῃ, ἔκανε ἢ εἶχε κάνη.

Στὴν Ἀθήνα πάντως ἐπικρατοῦσε ἐνθουσιασμὸς ὡς τὸ πρωὶ τῆς 7ης Ἀπριλίου, ὁπότε καὶ ἔφθασαν τὰ κακὰ μαντάτα. Οἱ συγκρούσεις συνεχίσθηκαν ἐπάνω στὸ ἴδιο μοτίβο. Οἱ Ἕλληνες ἦσαν σὲ πλήρη ἀδυναμία νὰ ἐπικοινωνήσουν μεταξύ τους καὶ οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐκμεταλλεύονταν τὰ πλεονεκτήματα ποὺ τοὺς εἶχαν παραχωρήση οἱ πρῶτοι. Στὶς 11 Ἀπριλίου ἔγινε μάχη στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀμπελώνος (Καζακλὰρ) καὶ ἀμέσως μετὰ ἄρχισε ἡ ὑποχώρησις πρὸς τὴν Λάρισα ποὺ δὲν ἄργησε νὰ γίνει ἄτακτη φυγή. Οἱ Τοῦρκοι θὰ μποῦν τελικὰ στὸν Τύρναβο στὶς 12 τοῦ μηνός, καὶ τὴν ἑπομένη στὴν Λάρισα. Στὶς 12 ὁ Κωνσταντῖνος τηλεγραφοῦσε στὴν κυβέρνηση: «… ἡ κατάστασις τοῦ στρατεύματος ὑπὸ πάσαν ἄποψιν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ μὲν ἄμυνα ἐν Λαρίσῃ ἀδύνατος, ἡ δὲ ὑποχώρησις πρὸς Φάρσαλον ἀμφίβολος…». Ὁ Δηλιγιάννης τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας τοῦ ἀπαντοῦσε: «Ἐὰν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ ἐν Θεσσαλία στρατοῦ κρίνῃ ὅτι ἡ κατάστασις τῶν στρατευμάτων εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἐν Λαρίσῃ, παρακαλεῖται νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς Φάρσαλον». Ἡ ὑποχώρησις πρὸς τὰ Φάρσαλα ἔγινε σὲ πλήρη διάλυση.

Ἔτσι ἄφησαν στὴν Λάρισα 1.400 τουφέκια Gras, πυρομαχικά, ἐφόδια καὶ τρόφιμα. Τὸ μόνο συντεταγμένο τμῆμα ἦταν ἡ 3η Ταξιαρχία τοῦ Συνταγματάρχου Κωνσταντίνου Σμολένσκη. Αὐτὸν διέταξε ὁ Κωνσταντῖνος νὰ πάῃ ἀπὸ τὰ Φάρσαλα στὸ Βελεστίνο προκειμένου νὰ μὴν καταληφθῇ ὁ Βόλος καὶ νὰ κρατηθῇ ἀνοικτὴ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Βόλος-Δομοκὸς-Λαμία. Ὁ Σμολένσκης παρέταξε τὶς δυνάμεις του στὰ ὑψώματα μπροστὰ ἀπὸ τὸ Βελεστίνο. Ἄντεξε στὶς τουρκικὲς ἐπιθέσεις ἀπὸ τὶς 15 ἕως τὶς 23 Ἀπριλίου, ὑπῆρξε δὲ αὐτὸς ὁ πλέον ἀξιόπιστος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας. Τελικὰ ὁ Σμολένσκης ἐγκατέλειψε τὸ Βελεστίνο, στὶς 23 Ἀπριλίου, γιὰ τὸν Ἁλμυρὸ ὅπου ἔφθασε στὶς 25. Οἱ Τοῦρκοι μπῆκαν στὸν Βόλο στὶς 26 Ἀπριλίου.

Ἡ ἑπομένη μάχη ἐδόθη στὰ Φάρσαλα. Ἐκεῖ εἶχε συγκεντρωθῆ ὅλος ὁ στρατὸς τῆς Θεσσαλίας ἢ ὅ,τι τελοσπάντων ὀνόμαζαν στρατό. Ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ τὶς 15 Ἀπριλίου εἶχε παραιτηθῆ ἡ κυβέρνησις Δηλιγιάννη καὶ εἶχε ἀναλάβη Πρωθυπουργὸς ὁ Δημήτριος Ράλλης. Στὰ Φάρσαλα λοιπὸν ἐνῶ ὑπῆρχαν 83 λόχοι καὶ 66 πυροβόλα κανένας δὲ φρόντισε νὰ δημιουργηθοῦν ὁρισμένα στοιχειώδη ἀμυντικὰ ἔργα. Ὁ Ἰ. Μεταξᾶς εἶχε ἐπεξεργασθῆ ἕνα σχέδιο ποὺ ὁ Δούσμανης εἶχε κάνει δεκτό. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ὅμως κανεὶς δὲν ἔκανε τίποτα, ἔστω καὶ ἄν μεσολάβησαν ἀρκετὲς ἡμέρες ὡς τὴν τουρκικὴ ἐπίθεση. Ἐπίθεσις ποὺ ἐξεδηλώθη στὶς 23 Ἀπριλίου. Καὶ ἐδῶ ἐπεκράτησε χάος. Τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ πεζικοῦ καὶ τοῦ πυροβολικοῦ δὲν πῆραν μέρος στὴν μάχη. Ἁπλῶς, ὅταν ἄρχισαν νὰ ὑποχωροῦν οἱ προφυλακές, ὑπεχώρησαν καὶ οἱ ὑπόλοιπες δυνάμεις. Ὁ Κωνσταντῖνος στὶς 24 Ἀπριλίου τηλεγράφησε στὸν Σμολένσκη: «Ὑποχωροῦμεν πρὸς Δομοκόν…». Παραδόξως αὐτὴ τὴν φορὰ ἡ ὑποχώρησις ἔγινε κανονικὰ καὶ μὲ τάξη.

Εἶχε φθάση ἡ σειρὰ τοῦ Δομοκοῦ. Ἡ τοποθεσία προσεφέρετ γιὰ ἄμυνα. Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀνακόψη ἀποτελεσματικὰ τὴν τουρκικὴ προέλαση. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων εἶχε καὶ ἀρκετὸ χρόνο. Ἡ τουρκικὴ ἐπίθεσις δὲν ἐξεδηλώθη παρὰ στὶς 5 Μαΐου.

Μετὰ τὴν μάχη τῶν Φαρσάλων, οἱ περισσότεροι Ἕλληνες στρατιῶτες πέταξαν τοὺς σάκους τους μὲ τὶς ἀποσκευές τους, γιατὶ ἦταν μεγάλο τὸ βάρος καὶ ἐμπόδιζε στὴν πεζοπορία τους. Ἔτσι στὴν περιοχή μας ὅταν ἔφτασαν εἶχαν μόνον τὸν ὁπλισμό τους. Οἱ στρατιῶτες ἔμεναν ἐκτεθειμένοι στὸ κρύο καὶ στὴν βροχή, ποὺ ἦταν ἀδιάκοπη ἐκείνη τὴν ἐποχή.

Τὸ μέτωπο 25 χιλιομέτρων ἄρχιζε ἀπὸ τὸ χωριὸ Χαλαμπρέζι καὶ προχωροῦσε ἀνατολικὰ στὰ χωριὰ Ἀσλανάρ, Κάτω Ἀγόριανη, Βελεσιῶτες, Σκάρμιτσα, Πουρνάρι Τσατμά, Μαντασιὰ κλπ.

Στὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὸ χωριὸ ἐτάχθηκαν πολλὰ τάγματα στὴν θέση Χάνι, στὸν Μύλο, Κακάρα κλπ.

Γύρω στὶς 9 π.μ. τῆς 5/5/1897 ἐφάνησαν δύο ἐχθρικὲς φάλαγγες ποὺ βάδιζαν ἀπὸ Φάρσαλα πρὸς Δομοκό. Ἡ μεγαλύτερη φάλαγγα ἀκολούθησε τὸν δρόμο Φάρσαλα – Δομοκὸ καὶ ἐστράφη κατὰ τῶν θέσεών μας.

Γύρω στὶς 3 μ.μ. ὅλες οἱ προφυλακές μας τοῦ κεντρικοῦ μετώπου ὑπεχώρησαν. Μία φάλαγγα προχώρησε πρὸς τὴν Κακκάρα μὲ σκοπὸ νὰ διασπάσῃ τὴν ἀμυντικὴ γραμμή. Συγχρόνως μία ἄλλη φάλαγγα, ἀφοῦ ἔκαψε τὰ χωριὰ Βαρδαλὴ καὶ Γιακαρόμπα, προχώρησε στὸ τότε χωριὸ Κουσλόμπα.

Οἱ Τοῦρκοι κατέλαβαν τὴν Πετρομαγούλα καὶ τὸν λόφο Ἅγιος Γεώργιος καὶ τὸ χωριὸ Κουσλόμπα. Ἀπὸ τὸν λόφο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ ἀπὸ τὰ χαρακώματα ποὺ εὑρίσκοντο ἀριστερά τοῦ δρόμου Φαρσάλων – Δομοκοῦ, ὁ ἐχθρὸς προσέβαλε τὶς θέσεις μας μπροστὰ στοὺς Μύλους καὶ τὶς θέσεις στὴν Περιστεριά.

Ἡ Λεγεῶνα Φιλελλήνων καὶ Γαριβαλδινῶν ἢ ἀλλοιῶς Τάγμα τῶν Ἐρυθροχιτώνων (λόγω τῶν κοκκίνων στολῶν) ἔλαβε μέρος στὴν μάχη Δομοκού, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν στρατηγὸ Ριτσιότι Γαριβάλδη.

Ἐκεῖ διεκρίθηκε τὸ Τάγμα καὶ κατάφερε μετὰ ἀπὸ πολύωρες μάχες νὰ ἀναχαιτίσῃ τοὺς Τούρκους, ἀναγκάζοντάς τους ἔτσι σὲ προσωρινὴ ὑποχώρηση τὸ ἀπόγευμα τῆς 5ης Μαΐου. Τὸ τίμημα ὅμως ἦταν βαρὺ γιὰ τοὺς γενναίους ἐθελοντές, ἀφοῦ ὑπέστησαν βαρειὲς ἀπώλειες καὶ ἀνάμεσα στὰ πολλὰ θύματα ἦταν καὶ ὁ βουλευτὴς Ἀντόνιο Φράττι (1847-1897), ποὺ τραυματίσθηκε στὴν μάχη καὶ ὑπέκυψε λίγο ἀργότερα στὰ τραύματά του.

Στὴν μάχη τοῦ Δομοκοῦ πολέμησαν συνολικὰ 3.060 ξένοι, ἐκ τῶν ὁποίων 2.786 Ἰταλοί. Ἡ ἀπώλεια τῶν θέσεων στὸ δεξιὸ τμῆμα τοῦ μετώπου βάρυνε πολὺ στὴν ἀπόφαση τοῦ Ἀρχηγοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου γιὰ ὑποχώρηση τῶν Ἑλληνικῶν Δυνάμεων ἀπὸ τὸν Δομοκό. Τὸ πῦρ ἔπαυσε στὶς 8.30 μ.μ. Ἡ ἔλλειψις ἐπαρκῶν δυνάμεων ἦταν πλέον ἐμφανής, καθὼς ἡ Κυβέρνησις ὡς μὴ ὄφειλε κράτησε στὸν Ἁλμυρὸ ἐκτὸς μάχης τὴν 3η Ταξιαρχία τοῦ Σμολένσκη, ἀποδυναμώνοντας τὸ μέτωπο.

Παρὰ δὲ καὶ τὴν προσωρινὴ ἀναχαίτιση τοῦ ἐχθροῦ στὸ ἀριστερὸ μέτωπο ἀπὸ τοὺς ἐθελοντὲς Γαριβαλδινούς, Φιλέλληνες καὶ τὸ ἀπόσπασμα τοῦ Τερτίπη, ἡ ἐπικράτησις τῶν Ὀθωμανῶν ἦταν πλήρης.

Τὰ στρατεύματα λοιπὸν μὲ ἀπόφαση τοῦ Κωνσταντίνου ὑπεχώρησαν πρὸς Δερβὲν Φούρκα (σημερινὸ Καλαμάκι) στὶς ὑπώρειες τῆς Ὄρθρυος.

Ἡ Μάχη στὴν περιοχὴ τοῦ Δερβὲν Φούρκα καὶ Δραχμάναγα τὴν 6η Μαΐου 1897

Στὴν περιοχὴ αὐτὴ ἔγινε μάχη μεταξὺ τῆς 1ης Ἑλληνικῆς Ταξιαρχίας καὶ τῆς 1ης καὶ 6ης Τουρκικῆς Ταξιαρχίας τὴν 6η Μαΐου 1897 μὲ τὶς παρακάτω συνθῆκες. Μετὰ τὴν ὑποχώρηση τῆς Ἑλληνικῆς Στρατιᾶς ἀπὸ τὸ πεδίο τῆς μάχης τοῦ Δομοκοῦ, ἡ Ἑλληνικὴ στρατιὰ συμπτυσσομένη πρὸς νότο εἶχε ἐντολὴ νὰ καταλάβῃ ἀμυντικὰ τὴν τοποθεσία Δερβὲν Φούρκα καὶ Ἀβδουραχμᾶν Ἀγὰ (στὸ σημερινὸ 16ο χλμ. Λαμίας-Δομοκοῦ καὶ Ἁγία Αἰκατερίνη-Δραχμάναγα). Ἡ πρώτη μεραρχία τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ θὰ τοποθετοῦντο ἀνατολικὰ τοῦ δρόμου Δομοκοῦ-Λαμίας καὶ ἡ 2α μεραρχία Δυτικά. Ἡ κίνησις τῶν διαφόρων σωμάτων ἀπὸ τὸν Δομοκὸ ἄρχισε στὶς 2.30΄ τῆς 6ης Μαΐου καὶ κατὰ τὶς 7.00΄ τὸ πρωὶ ἄλλα σώματα ἦταν στὰ βόρεια τοῦ στενοῦ καὶ ἄλλα μόλις ἄρχισαν νὰ μπαίνουν σ’ αὐτά. Ἡ ὑποχωρητικὴ αὐτὴ κίνησις ὅμως δὲν καλύφθηκε ὅπως ἔπρεπε ἀπὸ ἰσχυρὴ ὀπισθοφυλακὴ καὶ κάποια τμήματα τοῦ στρατοῦ κατεσκήνωναν πρὶν τὴν εἴσοδο ἁπλῶς γιὰ νὰ ἀναπαυθοῦν ἀντὶ νὰ καταλάβουν τὶς θέσεις ἀπὸ τὶς ὁποῖες θὰ ἀμύνοντο. Ὑπῆρξαν πάντως ἀσθενεῖς περιπολίες τοῦ ἱππικοῦ μας ἐκτὸς τῆς βορείου εἰσόδου τῆς στενωποῦ, οἱ ὁποῖες καὶ κατὰ τὴν 11η πρωινὴ ὥρα τῆς 6ης Μαΐου, ἀνήγγειλαν τὴν ἐμφάνιση δύο Τουρκικῶν ταγμάτων μὲ περιπολίες ἱππικοῦ ποὺ κινοῦντο πρὸς τὴν περιοχή. Οἱ Τοῦρκοι ἔκαναν τὴν ἐμφάνισή τους στὴν περιοχὴ τοῦ ὀροπεδίου Ξυνιάδος καὶ ἔτσι ἔφτασαν στὸ ὕψος τῶν σημερινῶν Μεταλλείων. Ἀμέσως μόλις πῆρε τὴν πληροφορία ὁ Διοικητὴς τῆς μεραρχίας διέταξε τοὺς δύο Ταξιάρχους νὰ καταλάβουν ἀμυντικὰ τὰ δύο ὑψώματα ἑκατέρωθεν τοῦ στενοῦ Ἀβδουραχμᾶν Ἀγὰ (Δραχμάναγα-σημερινὴ Ἁγία Αἰκατερίνη). Ἡ πρώτη ταξιαρχία θὰ κατελάμβανε τὴν δεξιὰ πλευρὰ πρὸς τὸ σημερινὸ Καλαμάκι καὶ ἡ δεύτερη τὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τῆς Ἀντινίτσας. Ἡ διαταγὴ ἐκτελέσθη κατὰ γράμμα ἀπὸ τὴν 1η ταξιαρχία καὶ τὸν συνταγματάρχη Δημόπουλο, δὲν ἐκτελέσθη ὅμως ἀπὸ τὸν διοικητὴ τῆς 2ας συνταγματάρχη Μαστραπᾶ, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ διέθετε ὁλόκληρο τὸ 5ο σύνταγμα πεζικοῦ σὲ ἐφεδρεία ἕτοιμο νὰ παρέμβῃ, δὲν ἐπενέβη μὲ τὴν πρέπουσα δραστηριότητα μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μάχεται μόνη ἡ 1η ταξιαρχία. Ἐναντίον της ἐτέθη ἡ 6η Τουρκικὴ μεραρχία ὑποστηριζομένη ἀπὸ δύο πεδινὲς πυροβολαρχίες. Ἡ μάχη κράτησε ὡς τὶς 8 τὸ βράδυ. Τὸ πεζικό μας ἀκόμη καὶ χωρὶς τὴν ὑποστήριξη τοῦ πυροβολικοῦ, πέτυχε νὰ διατηρήσῃ τὶς θέσεις του. Χωρὶς ὑποστήριξη ὅμως κατελήφθηκαν τὰ ὑψώματα τῆς Ἀντινίτσας καὶ μπροστὰ στὸν κίνδυνο νὰ ἀποκοποῦν ἀπὸ τὴν Λαμία, ὁ μέραρχος ὑποστράτηγος Μακρῆς καὶ κατὰ τὴν 9η βραδινὴ ὥρα ἀναγκάσθηκε νὰ διατάξῃ σύμπτυξη πρὸς τὸ ἐσωτερικό τῆς στενωποῦ καὶ στὴν συνέχεια πορεία πρὸς Λαμία ὅπου καὶ στὴν θέση Ταράτσα, 4 χιλιόμετρα βόρεια τῆς πόλεως συνεχίστηκε ὁ ἀγώνας τὴν ἑπόμενη ἡμέρα. Τὸ πρωὶ τῆς 7ης Μαΐου ὁ Χακὶ πασὰς πῆρε τὴν ἀκόλουθη ἀπάντηση ἀπὸ τὸ Γενικὸ Στρατηγεῖο, σὲ ἀναφορὰ ποὺ εἶχε στείλει τὴν προηγουμένη ἡμέρα: «Ὁ Δομοκὸς καὶ ἡ Δερβὲν-Φούρκα εὑρίσκονται ἤδη εἰς χείρας ἡμῶν, ἡ ἀνακωχὴ δὲν θὰ βραδύνη πολὺ κατὰ τὰ φαινόμενα, ὡς ἐκ τούτου ἀνάγκη νὰ προελάσητε μέχρι Λαμίας πρὸ τῆς συνομολογήσεως ταύτης». Τὴν ἴδια ἡμέρα τὸ πρωί, ἡ ἐμπροσθοφυλακὴ τοῦ Ἐτὲμ Πασᾶ, συνοδευομένη ἀπὸ ἀτάκτους Τουρκαλβανοὺς πλιατσικολόγους, ἔφθασε στὰ ἀντερείσματα τῆς Παλιοκούλιας. Καμηλόβρυσης καὶ Ταράτσας ἔξω ἀπὸ τὴν Λαμία. Ἀκολουθοῦν μάχες στὴν Καμηλόβρυση καὶ τὴν Ταράτσα, ὅπου οἱ Τοῦρκοι τελικὰ στρατοπεδεύουν. Οἱ Ἕλληνες θὰ προσπαθήσουν νὰ ὀργανώσουν πρόχειρη ἀντίσταση στὶς Θερμοπύλες καὶ στὰ Δύο Βουνά. Ὁ Σμολένσκης ἔφτασε ἀπὸ τὸν Ἁλμυρὸ καὶ διετάχτηκενὰ κρατήσῃ τὸ πέρασμα στὶς Θερμοπύλες. Δὲν χρειάστηκε ὅμως νὰ πολεμήσουν, ἀφοῦ ὁ Σουλτάνος Ἀβδοὺλ Χαμὶτ διέταξε ἀνακωχὴ στὶς 7 Μαΐου μετὰ ἀπὸ προτροπὴ τοῦ Τσάρου τῆς Ρωσσίας Νικολάου Β’, συγγενῆ ἀπὸ τὴν μητέρα του μὲ τὸν βασιλιὰ Γεώργιο Β’ τῆς Ἑλλάδος. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ τότε Νομάρχης Φθιωτιδοφωκίδος Κωνσταντῖνος Ἔσλιν, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν λοχαγὸ Γεώργιο Χατζηανέστη, μὲ μία ἅμαξα καὶ λευκὴ σημαία, πέρασε μέσα ἀπὸ τὶς ὀθωμανικὲς γραμμὲς καὶ μέσα σὲ πυκνοὺς πυροβολισμοὺς ἔφτασε στὸ στρατηγεῖο τοῦ Ὀθωμανοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐμπροσθοφυλακῆς Σεϊφουλὰχ πασᾶ. Ἐκεῖ τοῦ ἐπέδωσε ἀνεπίσημο τηλεγράφημα γιὰ ἀνακωχὴ διασπείροντας τὴν φήμη ὅτι ἔληξε ὁ πόλεμος. Αὐτὸ κατεύνασε τὰ πνεύματα καὶ ἔδωσε τὸν χρόνο ὥστε νὰ φτάσῃ τὸ ἐπίσημο μήνυμα. Τὸ σχετικὸ πρωτόκολλο ὑπεγράφτη στὸ χωριὸ Ταράτσα τῆς Λαμίας στὶς 8 Μαΐου 1897, μὲ τοὺς Ὀθωμανοὺς νὰ ἔχουν ἀνακαταλάβει ὅλη τὴν Θεσσαλία.

Οἱ ἀπώλειες γιὰ τὴν ἑλληνικὴ πλευρὰ ἦταν 672 νεκροί. 2.383 τραυματίες καὶ 252 αἰχμάλωτοι καὶ γιὰ τὴν τουρκικὴ 1.111 νεκροί. 3.238 τραυματίες καὶ 15 αἰχμάλωτοι.

Βασικότερες αἰτίες γιὰ τὴν ἐθνικὴ ντροπὴ τοῦ 1897 ἦταν ἡ ἔλλειψις διορατικότητος ἀπὸ τὴν πολιτικὴ τάξη καὶ τὸ ἀπαράσκευο τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἡ κυβέρνησις Δηλιγιάννη, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ οἰκονομικὸ πρόβλημα τῆς χώρας, εἶχε περικόψη τὶς στρατιωτικὲς δαπάνες, ἐνῶ ὁ κομματισμὸς βασίλευε στὸν στρατό, μὲ τὴν προαγωγὴ στὶς ἀνώτερες θέσεις ἀνικάνων ἀξιωματικῶν.

Τὸ ὁριστικὸ τέλος τοῦ ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου γράφτηκε στὶς 22 Νοεμβρίου 1897 στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ καταρρακωμένο τὸ γόητρο τῆς χώρας καὶ τὴν ὑπερηφάνεια τῶν Ἑλλήνων, μὲ τὴν ὑπογραφὴ τῆς Συνθήκης ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Ζαΐμη καθώς, ὑπὸ τὸ βάρος τῆς τεράστιας ἥττας, ὁ Θεόδωρος Δηλιγιάννης εἶχε παραιτηθῆ. Μὲ τὴν συμφωνία, ποὺ ἐπεξεργάστηκαν οἱ Μεγάλες Δυνάμεις, οἱ ἐδαφικὲς ἀπώλειες γιὰ τὴν Ἑλλάδα ἦταν μικρές, ἀφοῦ ἐπανέκτησε τὴν Θεσσαλία, τὴν ὁποία εἶχε χάση στὸ πεδίο τῆς μάχης. Ὅμως ἡ Ἑλλὰς μὲ τὰ τόσα οἰκονομικὰ προβλήματα καὶ μετὰ τὸ «δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν!» τοῦ Τρικούπη, ὑπεχρεώθη νὰ καταβάλῃ μίαν ὑπέρογκη ἀποζημίωση, ὕψους τεσσάρων ἑκατομμυρίων τουρκικῶν Λιρῶν, ὡς πολεμικὴ ἀποκατάσταση στὴν Τουρκία. Ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις γιὰ νὰ πληρώσῃ τὸ ποσὸ αὐτὸ ὑπεχρεώθη νὰ παραχωρήσῃ στὴν Ἐπιτροπὴ τοῦ Διεθνοῦς Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου ὅλες τὶς θεωρούμενες ἐπαρκεῖς προσόδους γιὰ ἀποζημίωση. Γιὰ τὴν ἐξόφληση τοῦ δημοσίου χρέους ἐκχωρήθησαν στὸ ΔΟΕ τὰ μονοπώλια ἅλατος, πετρελαίου, σπίρτων, παιγνιοχάρτων, τσιγαροχάρτου, ναξίας σμυρίδος. ὁ φόρος καταναλώσεως καπνοῦ, τὰ τέλη χαρτοσήμου καὶ οἱ δασμοὶ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, κάτι ποὺ θὰ διετηρεῖτο μέχρι τὴν εἴσοδο τῆς χώρας μας στὴν ΕΟΚ, τὸ 1981. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀναλαμβάνει νὰ ὁλοκληρώσῃ τὴν ὑπόθεση τοῦ δανείου ποὺ ἀνέρχεται στὰ 150 ἑκατ. γαλλικὰ χρυσὰ φράγκα μὲ δύο τράπεζες γαλλικὲς ὡς κυρίους δανειστές, ἡ τράπεζα Rotheschild καὶ ἡ Parisbas. Ἡ συνθηκολόγησις αὐτὴ θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἄκρως ταπεινωτικὴ γιὰ τοὺς Ἕλληνες καὶ τὸ Ἑλληνικὸ ἔθνος, ἀφοῦ ἔχασαν προσωρινὰ μέχρι τὸ 1909 ὁρισμένες ἀπὸ τὶς ἐλευθερίες γιὰ τὶς ὁποῖες ἀγωνίστηκαν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Τὸ θετικὸ γιὰ τὶς ἐθνικὲς διεκδικήσεις ἦταν ἡ ἀποχώρησις τῶν Ὀθωμανῶν ἀπὸ τὴν Κρήτη, ἡ ὁποία ἀπέκτησε τὴν αὐτονομία της τὸ 1898, πρῶτο στάδιο γιὰ τὴν ἐνσωμάτωσή της στὴν Ἑλλάδα τὸ 1913. Ἡ ἐθνικὴ ὀργὴ θὰ ἁπαλυνθῆ αὐτὸν τὸν καιρὸ καὶ ἡ φτωχὴ Ἑλλὰς  γρήγορα θὰ σηκώση κεφάλι 15 χρόνια ἀργότερα, ὅταν θὰ γραφῆ τὸ ἔπος τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων τοῦ 1912-1913.

ΟΔΕΓ

φωτογραφία

(Visited 126 times, 1 visits today)




Leave a Reply