Κρήτη, νησί μου…

Τὸ καλοκαῖρι τοῦ 1945, ὁ Νῖκος Καζαντζάκης περιοδεύει στὴν Κρήτη ὡς μέλος τῆς κυβερνητικῆς Ἐπιτροπῆς Διαπιστώσεως Γερμανικῶν Ὠμοτήτων.

Τοῦ Νίκου Καζαντζάκη

     Σοβαρὸ εἶναι τὸ πρόσωπο τῆς Κρήτης, πολυβασανισμένο. Μαδάρες γυμνές, τραχειές, ἀγέλαστες. Κυττάζεις ἀπὸ τὸ ἀεροπλάνο τὴν Κρήτη ν΄ ἁπλώνεται στὴν θάλασσα καὶ νοιώθεις πὼς ἀληθινὰ τὸ νησὶ ἐτοῦτο εἶναι γιοφύρι ἀνάμεσα σὲ τρεῖς ἠπείρους. Σημαδεμένο κι΄ ἀπ΄ τὶς τρεῖς τοῦτες μεγάλες Μοῖρες. Γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Εὐρώπη πήδησε κι΄ ἔκτισε φωλιὰ στὴν Κρήτη τὸ πεινασμένο ἀρπακτικὸ πουλὶ ποὺ τὸ λέμε πνεῦμα. Ἄπλωσε τὶς φτεροῦγες του στὸ Κρητικὸ χῶμα καὶ γέννησε τὸν μυστηριώδη, βουβὸ ἀκόμη, ὅλο ζωή, χάρη, κίνηση καὶ λαμπρότητα Κρητικὸ πολιτισμό.

     Ἡ Κρήτη ἀληθινὰ ἔχει κάτι τὸ πανάρχαιο, τὸ ἅγιο, τὸ πικραμένο καὶ ἡπερήφανο, ποὺ ἔχουν οἱ χαροκαμένες μᾶννες ποὺ γέννησαν παλληκάρια. Ἔχει τόσο πολὺ πολεμήσει καὶ ὑποφέρει ἡ γῆς ἐτούτη, ἔχει τόσο πολὺ συνηθίσει τὸν θάνατο, ποὺ τὸν ξεφοβήθηκε πιὰ καὶ μπορεῖ νὰ γελᾷ καὶ νὰ παίζῃ μαζύ του.

Σαράντα ἡμέρες γύριζα τὸ περασμένο καλοκαῖρι τὴν Κρήτη, γιὰ νὰ δῷ τὰ χωριὰ ποὺ γκρέμισαν κι ἔκαψαν οἱ βάρβαροι καὶ τοὺς ἄνδρες καὶ τὶς γυναῖκες ποὺ τοὺς ἔντυσαν τὴν μαύρη ἀρματωσιὰ τοῦ πένθους. Περίμενα ν΄ ἀκούσῳ κλάματα καὶ νὰ δῷ χέρια ν΄ἁπλώνονται νὰ ζητοῦν βοήθεια. Κι εὑρῆκα ἀνυπότακτες, ἀπαράδοτες ψυχὲς καὶ κορμιὰ μισόγυμνα πεινασμένα καὶ ἀλύγιστα.

     Τὶ δύναμις καὶ τὶ ἀντοχὴ εἶναι ἐτούτη, συλλογιζόμουν, καὶ ποῦ, εὑρίσκουν τά κορμιά ἐτοῦτα τόση ψυχή; Καί ποιά ἀκριτική πνοή τούς δίνει τόση ἀψηφισιά νά παλεύουν μέ τόν θάνατο;

Οἱ Κρητικοί, ἀλήθεια, ἀγαποῦν παράφορα τὴν ζωὴ καὶ συνάμα οὐδέποτε φοβοῦνται τὸν θάνατο. Μέσα ἀπὸ τὰ χαλασμένα χωριὰ ποὺ πέρασα, ἐπάνω ἀπὸ τὰ νεοανοιγμένα μνήματα ποὺ δρασκέλισα, πίσω ἀπὸ τὶς κουβέντες ποὺ ἄκουσα, ἀκατάπαυστα διεπίστωσα ἐτούτη τὴν μεγάλη δισυπόστατη παλληκαριά: παράφορη ἀγάπη γιὰ τὴν ζωὴ καὶ ἄφοβο ἀντίκρυσμα τοῦ θανάτου.

Οἱ Κρητικοί, ὅπως ὅλες οἱ γενναῖες ψυχές, στὴν ἄκρα ἀπελπισία εὑρίσκουν τὴν λύτρωση. Πολλοὶ Κρητικοί, ἐμπρὸς ἀπὸ τὰ τουφέκια τῶν Γερμανῶν, τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ τουφεκίζοντο, εὕρισκαν τὴν γαλήνη, καὶ ὄχι μονάχα τὴν γαλήνη παρὰ καὶ τὴν χαρὰ τῆς ἀδάμαστης ψυχῆς ποὺ ἀναγαλλιάζει γιατὶ τῆς δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ δείξῃ τὴν ἀρετή της. Πολλοί, τὴν ὕστερή τους στιγμή, ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ ἐκτελεστικὸ ἀπόσπασμα, τραγουδοῦσαν μαντινάδες Κρητικὲς ἢ τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο. 

Στὰ Χανιά, μέσα ἀπὸ τὸ γκρεμισμένο σπίτι του, ἕνας γεροντάκος προέβαλε καὶ μᾶς εἶπε:

 

     – Ἕναν δάσκαλο, τὸν ἔλεγαν Παπαδάκη, πήγαιναν νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Ἕνας μαθητής του τοὺς λέει: Γιατί νά σκοτωθῇς; Καλλίτερο εἶναι νὰ φύγῃς. Κι΄ ὁ δάσκαλος τοῦ ἀπεκρίθη: Ὄχι, ἐγὼ αὐτὸ ποὺ τόσα χρόνια σᾶς ἐδίδασκα, τώρα θὰ τὸ ἐφαρμόσῳ, θὰ πεθάνῳ γιὰ τὴν πατρίδα!

Στὴν κρίσιμη αὐτὴν κι΄ οἱ πιὸ σακάτες ἐγίνοντο ἥρωες. Στὶς φοβερὲς φυλακὲς τῆς Ἀγιᾶς,  κοντᾶ στὰ Χανιά, οἱ Γερμανοὶ διάλεξαν 42 παλληκάρια (διάλεγαν πάντα τοὺς καλλίτερους) καὶ πήγαιναν νὰ τοὺς σκοτώσουν. Στὸν δρόμο ἕνας σακάτης, καμπούρης, τοὺς σταμάτησε. Σταθῆτε, ἐφώναξε στοὺς Γερμανούς: «Σκοτῶστε με ἐμένα νὰ γλυτώσῃ ἕνα παλληκάρι».

– «Ὄχι, φῦγε!» τοῦ εἶπαν ἐκεῖνοι. «Τότε σκοτῶστε με καὶ ἐμένα, νὰ γίνουν 43», ἐφώναξε ὁ καμπούρης. Ντρέπομαι νὰ ζῷ ἐγὼ ὁ σακάτης καὶ νὰ σκοτωθοῦν έτοῦτοι οἱ λεβέντες».

     Ἀνήμπορες γριές, γέροι σαράβαλα, σήκωναν τὴν φωνή τους καὶ μιλοῦσαν ἀτρόμητα στοὺς Γερμανούς.

Σ΄ ἓνα ὡραιότατο χωριό, στὰ Μεσκλά, μιὰ γριὰ ἔκρυβε ἒξη μῆνες, μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς της, δυὸ Ἐγγλέζους στὸ σπίτι της. Μιὰν ἡμέρα οἱ Γερμανοὶ τοὺς ἔπιασαν. Ἡ γριὰ τρέχει στὸν ἄγριο Γερμανὸ φρούραρχο, στάθηκε ἐμπρός του καὶ τοῦ ἐφώναξε:

– Νὰ ξέρῃς, Κομαντάτε, πὼς ὅλες οἱ μαννάδες στὸν κόσμο πονοῦν κι΄ αὐτὸς ὁ πόνος τῶν μαννάδων θὰ φάῃ τὴν Γερμανία. Ἡ Γερμανία θὰ χαθῇ, βάνω τὴν κεφαλή μου! Βάνεις στοίχημα Κομαντάτε;

Ἄοπλοι, ἀνοργάνωτοι, χωρὶς βοήθεια ἀπὸ κάποιον, οἱ Κρητικοὶ ἀπὸ τὰ χωριά, ἀπὸ τὰ βουνά, κατέβαιναν στ΄ ἀκρογιάλια, νὰ ὑπερασπισθοῦν τὸ νησί τους ἀπὸ τοὺς ἀγρίους, πανόπλους ἀλεξιπτωτιστὲς ποὺ κατέβαιναν. Στὶς 19 τοῦ Μαΐου 1941 σκοτείνιασε ὁ οὐρανὸς τῆς Κρήτης ἀπὸ τὰ γερμανικὰ ἀεροπλάνα, ἄρχισαν οἱ βομβαρδισμοί, οἱ πρῶτοι ἀλεξιπτωτιστὲς ἔπεφταν στὸ ἀεροδρόμιο τοῦ Μάλεμε, κοντὰ στὰ Χανιά, ὕστερα στὸ Ῥέθυμνο, στὸ Ἠράκλειο, παντοῦ. 

Ἕνας γέρος, ἀπὸ ἓνα χωριουδάκι κοντὰ στὸ Μάλεμε, μᾶς διηγεῖται:

 

– Εὐθὺς ὡς εἴδαμε τ΄ ἀεροπλάνα, φωνάξαμε: Ἀπάνω τους, μωρὲ παιδιά! Πήραμε τ΄ἄρματα καὶ χυθήκαμε.

– Ποιά ἄρματα; ἐρρώτησα. Εἴχατε ἄρματα;

– Πῶς δέν εἴχαμε. Ἄλλοι εἶχαν παλιὲς καραμπίνες, ἄλλοι μαχαῖρες κι΄ἄλλοι εἶχαν ραβδιά. Τὴν ὥρα ποὺ ἔπεφτε ἕνας «οὐρανίτης» ἦταν ἀκόμη ζαλισμένος καὶ μεῖς χυμούσαμε ἐπάνω του, τὸν σκοτώναμε μὲ τὰ ραβδιά, μὲ τὶς μαχαῖρες, τὸν ξαρματώναμε καὶ σιγά – σιγὰ γέμιζε καὶ μᾶς ἡ φούχτα μας πολυβόλο καὶ περίστροφο.

Οἱ Γερμανοὶ εἶχαν ὁρίσει νὰ πάρουν τὴν Κρήτη σὲ 24 ὧρες. Ἡ παραμικρὴ ἀργοπορία θὰ τοὺς ἦταν θανάσιμη. Ἤξεραν πὼς οἱ Κρητικοὶ ἦσαν ἄοπλοι, πὼς ὅλοι οἱ νέοι ἦσαν ἐπιστρατευμένοι καὶ εὑρίσκοντο ἀκόμη στὴν Ἑλλάδα καὶ πὼς οἱ Ἄγγλοι μήτε στρατὸ εἶχαν μήτε ἀεροπλάνα. Ἦσαν λοιπὸν σίγουροι πὼς σὲ 24 ὧρες θὰ ἔπαιρναν τὴν Κρήτη. Ἔκαμαν ὀκτὼ ἡμέρες. Ἕξη χιλιάδες ἀλεξιπτωτιστὲς σκοτώθηκαν ἀπὸ τὰ ραβδιὰ καὶ τὶς μαχαῖρες.

     Ἕνας Κρητικὸς χωριάτης, ὅταν μ΄ εἶδε νὰ ξαφνιάζομαι γιὰ τὴν παλληκαριὰ τῶν Κρητικῶν, μοῦ εἶπε τὰ καταπληκτικὰ ἐτοῦτα λόγια:

– Γιατί παραξενεύεσαι; Ἐμεῖς ξέραμε πὼς γράφαμε Ἱστορία.

Δὲν ξέρω ἂν ὑπάρχῃ στὸν κόσμο ἄλλη χώρα, ὅπου οἱ χωρικοὶ νὰ βλέπουν τὸν πόνο, τὴν θυσία, τὴν ἀτομική τους καταστροφὴ ἀπὸ τόσο ὕψος. Ἤξερε ὁ Κρητικὸς αὐτὸς χωριάτης πὼς ὑπάρχει στὸν κόσμο τοῦτο ἕνα ἀγαθό, ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ πὼς γιὰ τὸ ἀγαθὸ αὐτὸ πάλεψε καὶ θυσιάσθηκε ὅλη ἡ ῥάτσα μας καὶ πρέπει τώρα κι΄ αὐτός, ὁ Κρητικὸς χωριάτης, νὰ παλέψῃ καὶ νὰ θυσιασθῇ. Καὶ τὸ ἀγαθὸ αὐτὸ λέγεται Ἱστορία, δηλαδὴ ὑστεροφημία, δηλαδὴ ἀθανασία.

Πιστεύουν στὸ ἀγαθὸ αὐτὸ οἱ Κρητικοί, ὅπως πιστεύουν στὴν ἐλευθερία. Πολεμοῦν, ξέροντας πὼς ἂν δὲν μείνῃ τ΄ὂνομά τους, θὰ μείνῃ καὶ θὰ ζήσῃ τὸ ἔργο τους. Καὶ τώρα ποὺ δὲν φαίνεται κάποιος νὰ θυμᾶται πὼς ἡ Κρήτη ἔσωσε τὸν Συμμαχικὸ ἀγῶνα στὴν Ἐγγὺς Ἀνατολὴ καὶ πὼς ἐπέδρασε ὁριστικὰ στὴν πορεία τοῦ Παγκοσμίου Πολέμου, καὶ τώρα ποὺ μήτε οἱ ξένοι, μήτε ἡ Ἑλλάδα φαίνονται νὰ θυμοῦνται τὴν θυσία καὶ τὴν ἐποποιΐα τῆς Κρήτης, οἱ Κρητικοὶ δὲν ἔχασαν τὸ θάρρος τους καὶ τὴν πίστις τους. Ἄστεγοι, πεινασμένοι, ἀδικημένοι, στέκουνται μέσα στὰ χαλάσματα τῶν σπιτιῶν τους καὶ δὲν μιλοῦν. Ἔκαμαν βλέπετε, τὸ χρέος τους καὶ τὰ καλὰ παλληκάρια δὲν προσμένουν ἀμοιβή. Ἡ Ἱστορία ποὺ εἶναι σήμερα ἕνα μὲ τὴν Ἐλευθερία, θὰ τοὺς κρίνῃ κάποτε. Καὶ θὰ πῇ τότε γιὰ τὴν ὑπερηφάνια τους — καὶ θὰ τοὺς προβάλῃ τότε σὰν παράδειγμα ἡρωισμοῦ καὶ αὐταπαρνήσεως σ΄ὅλους τοὺς μεγάλους καὶ ζωντανοὺς αὐριανοὺς λαούς.

      – Δὲν ἒχουμε ἕνα σκαμνὶ νὰ σὲ βάλουμε νὰ καθίσῃς, δὲν ἔχουμε ἕνα ποτήρι νὰ σοῦ δόσουμε νερό, δὲν ἔχουμε ἕνα κομμάτι ψωμί, ἂν πεινᾶς, δὲν ἔχουμε τίποτα, τίποτα! Ὅλα μᾶς τὰ ‘καψαν καὶ μᾶς τὰ πῆραν οἱ Γερμανοί.

Ἔτσι μοὔλεγαν κάτω ἀπὸ ἕναν πλάτανο στὴν μέση τοῦ γκρεμισμένου χωριοῦ, οἱ μαυροφόρες ποὺ ξεπρόβαλαν ἀπὸ τὰ χαλάσματα.

– Δὲν ἔχουμε μήτε καὶ ἄνδρες νὰ κουβεντιάσουν μαζύ σου!

– Νἀ, μόνον τοῦτα τ΄ἀρσενικὰ ἀπέμειναν, εἶπε μιὰ χλωμὴ γυναικούλα, δείχνοντάς μου δυὸ τρία μωρὰ ποὺ βύζαιναν στὸν κόρφο τους οἱ μαννάδες.

– Φθάνουν αὐτὰ γιὰ μαγιά! φώναξε μιὰ γριά. Τά ἴδια δὲν πάθαμε καί στήν  ἐπανάσταση τοῦ 66; Ἐγὼ ἤμουν μικρή, μὰ θυμοῦμαι. Δυὸ τρία μωρὰ εἶχαν πάλι ἀπομείνει κι΄ἀπὸ αὐτὰ ἀναπιάσθηκε πάλι ὅλο τὸ χωριό. Μὴ φοβᾶστε, μαγιὰ πάντα ἀπομένει!

Τὰ περισσότερα χωριὰ στὴν Κρήτη χάθηκαν, οἱ περισσότεροι ἄνδρες σκοτώθηκαν γιατὶ φιλοξενοῦσαν Ἄγγλους. Σ΄ἕνα χωριό, τὰ Μεσκλά, εἶδα μιὰ μάννα ποὺ τῆς εἶχαν σκοτώσει τοὺς δυὸ γιούς της, γιατὶ εἶχε σπίτι της κι΄ ἔκρυβε ὀκτὼ μῆνες δυὸ Ἄγγλους στρατιῶτες. Τὸ μάθαν οἱ Γερμανοὶ κι΄ἦλθαν, τῆς ἔκαψαν τὸ σπίτι, τῆς σκότωσαν τοὺς γιούς της, καὶ τώρα στέκουνταν ἀπόξω ἀπὸ τὰ χαλάσματα, λιγνή, χαροκαμένη, μὲ τὰ μάτια ὅλο φλόγα, καὶ μοῦ μιλοῦσε:

– Τὸ ἴδιο βράδυ ποὺ σκότωσαν τοὺς γιούς μου, πέρασαν νύκτα βαθειά, δυὸ Ἐγγλέζοι ποὺ τοὺς κυνηγοῦσαν οἱ σκύλοι οἱ Γερμανοί. Κάπνιζε ἀκόμη τὸ σπίτι μου, μὰ ἐγὼ εἶχα τρυπώσει σὲ μιὰ γωνιὰ καὶ ἔκλαιγα.

Μὲ ἄκουσαν οἱ Ἐγγλέζοι, ζύγωσαν. – Ψωμί! μοῦ φώναξαν, ψωμί! Οἱ χωριανοὶ μοῦ εἶχαν δόσηγ μιὰ κουλούρα κριθαρόψωμο, μὰ ἐγὼ δὲν εἶχα ὂρεξη νὰ φάῳ, δὲν κατέβαινε ἡ μπουκιὰ στὸν λαιμό μου. Τοὺς ἔδωκα τὸ ψωμί. Κρύωναν, τοὺς ἔδωκα καὶ μιὰ κουβέρτα, ποὺ μοῦ εἶχαν δόση, βγῆκα ἀπὸ τὴν γωνιὰ καὶ τοὺς ἒβαλα νὰ κοιμηθοῦν.

– Γιατί τάκαμες ὅλα αὐτά; ἐρώτησα. Οἱ Ἐγγλέζοι δὲν φταῖγαν ποὺ σκότωσαν τοὺς γιούς σου;

– Τὂκαμα, ἀπεκρίθη, γιατὶ εἶχαν κι΄ αὐτοὶ μαννάδες, καὶ κατέχω ἤντα θὰ πῇ πόνος τῆς μάννας.

Ἀνθρωπιὰ μεγάλη εἶναι ἐτούτη· ἡ μεγάλη ψυχὴ νικᾶ τὸν πόνο τὸν ἀτομικὸ καὶ τὸν πιὸ φοβερό: ἄκουγα τὴν γριὰ καὶ τὰ μάτια μου ἐβούρκωναν.

     Ἕνα βράδυ μπῆκα σὲ φτωχικὸ χαμόσπιτο σ΄ἕνα Σφακιανὸ χωριό. Ὁ γέρος καπετάνιος μὲ τὴν μαύρη φέσα του, ὁ Κυριᾶκος Σπεριλακης καθόταν πλάϊ στὸ τζάκι καὶ κάπνιζε ἓνα μακρὺ τσιμποῦκι. Κάθησα δίπλα του, ἔφερα τὴν κουβέντα στὸμ θάνατο.

Στράφηκε ὁ γέρος Σφακιανὸς καὶ μοῦ εἶπε:

–Χαρὰ στὸν ἄνθρωπο παιδί μου, ποὺ βάνει δυὸ φορὲς τὴν ἡμέρα στὸν νοῦ του τὸν «θάνατο».

Κι΄ἕνας ἂλλος γέρος ἑκατοχρονίτης στὸν κάμπο τῆς Μεσαρᾶς μοῦ εἶχε πῆ μίαν ἡμέρα, ἕναν μεγάλο λόγο. Τὸν ἐρώτησα…

–Πῶς σοῦ φάνηκε, παπποῦ, ἡ ζωή αὐτή, στὰ ἑκατό αὐτά χρόνια;

–Σὰν ἕνα ποτῆρι κρύο νερό, μοῦ ἀπεκρίθη.

–Καί διψᾶς ἀκόμη, παπποῦ;

Στράφηκε καὶ μὲ κύτταξε μὲ τὰ μικρὰ θολούτσικα μάτια του, σήκωσε τὴν χερούκλα του σὰν νὰ καταριόταν καὶ εἶπε:

–Ἀνάθεμά τον ποὺ ξεδίψασε!

     Οἱ δυσκολίες καὶ τραχύτητες τῆς ζωῆς δὲν λυγίζουν τὴν Κρητικὴ ψυχή. Ἀντίθετα, τὴν πυρώνουν καὶ τὴν δυναμώνουν. Γέρικη, ἀβόλευτη καὶ τραχειὰ εἶναι ἡ γῆ τῆς Κρήτης. Κι΄ὅταν τὰ βουνά της κι΄οἱ θάλασσες ἢ οἱ ψυχὲς ποὺ ἐπλάσθησαν ἀπὸ τέτοιους βράχους καὶ τέτοια ἀρμύρα δὲν σοῦ ἐπιτρέπουν οὔτε στιγμὴ νὰ βολευθῇς, νὰ γλυκαθῇς, νὰ πῇς: Φθάνει…

Τότε ἡ Κρήτη ἔχει κάτι τὸ ἀπάνθρωπο, δὲν ξέρω πιὰ ἂν ἀγαπᾷ ἢ ἂν μισερῇ τὰ παιδιά της, ἕνα μονάχα ξέρω: ὅτι τὰ μαστιγώνει ὡς τὸ αἷμα.

     Ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο στὴν Κρήτη, ὑπάρχει ἀκόμη φλόγα –ἂς τὴν ποῦμε ψυχή– κάτι πιὸ ἐπάνω ἀπὸ τὴν ζωὴ κι΄ἀπὸ τὸν θάνατο, ποὺ εἶναι δύσκολο νὰ τὸ ὁρίσῃς, δηλαδὴ νὰ τὸ περιορίσῃς.

Ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ὑπερηφάνεια, τὸ πεῖσμα, ἡ παλληκαριά, ἡ ἀψηφισιὰ καὶ μαζύ τους κάτι ἄλλο, ἀνέκφραστο καὶ ἀστάθμητο, ποὺ σὲ κάνει νὰ χαίρεσαι ποὺ εἶσαι ἂνθρωπος. Νὰ χαίρεσαι, μὰ καὶ συνάμα νὰ σοῦ δίνῃ μεγάλη εὐθύνη. Γιατὶ ἐνῶ νοιώθῃς πὼς ἔχεις χρέος νὰ κάμῃς ὅ,τι μπορεῖς γιὰ νὰ σώσῃς αὐτὸν τὸν λαό, ἐκεῖνος βλέπει τὴν προσπάθειά σου μὲ εἰρωνεία καὶ περιφρόνηση.

Δὲν ἔχει τὴν ἀνάγκη κανενὸς γιὰ νὰ σωθῇ. Σώζει, δὲν σώζεται. Ἕνα μονάχα σοῦ μένει τότε: νὰ δοκιμάσῃς νὰ γίνῃς ἄξιος αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, νὰ κερδίσῃς τὴν δύναμη τῆς δικῆς του ψυχῆς, ποὺ ποτὲ δὲν κατεδέχθη ν΄ἀπατήσῃ τὸν ἑαυτόν του ἢ τοὺς ἄλλους καὶ ποὺ πάντα τολμᾶ ν΄ἀντικρύσῃ πρόσωπο μὲ πρόσωπο τὴν Θεὰ ἐκείνη ποὺ δὲν κάνει χατήρια καὶ δὲν κάθεται στὰ πόδια κανενός, τὴν ἀγέλαστη κι΄ἀδιάκριτη Θεά, τὴν εὐθύνη… 

 Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ», Ἰ. Γ. Μανωλικάκη, ἔκδ. ΠΑΓΚΡΗΤΙΟΥ ΕΝΩΣΕΩΣ ΑΘΗΝΩΝ – ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΑΘΗΝΑΙ, ΜΑΪΟΣ 1966.

Χλόη

Εἰκόνες

ἀπὸ ἐδῶ,
ἐδῶ,
ἐδῶ 

ἀπὸ ἀνιχνευτὲς

(Visited 92 times, 1 visits today)




Leave a Reply