Βοηθῶντας (πραγματικὰ) ἕνα παιδὶ νὰ μάθῃ ἀρχαῖα ἐλληνικὰ

Δὲν βοηθᾶς ἕνα παιδὶ νὰ μάθῃ Ἀρχαῖα παριστάνοντας τὸ φιλαράκι του —ὅταν καταριέσθε ἀπὸ κοινοῦ, ὑπουργούς, δασκάλους, ἐκπαιδευτικὸ σύστημα, τοὺς ἀρχαίους καὶ τοὺς ἄλλους. Οὔτε ὅταν σιγοντάρῃς τὴν γνώμη του, ὅτι εἶναι νεκρά, ἄχρηστος γλῶσσα. Οὔτε κάνεις κάτι ὑπαγορεύοντας τὸ ἀντίθετο: ὅτι τὰ Ἀρχαῖα εἶναι μία σπουδαία γλῶσσα ποὺ ὀφείλει, εἶναι χρέος του νὰ ἀγαπήσῃ.

Εἶναι παιδί, δὲν ὀφείλει τίποτα σὲ κανέναν —καὶ πάντως ὄχι σὲ αὐτοὺς ποὺ κάθε τρεῖς καὶ λίγο ἔκαναν παιδείας πειράματα στὴν πλάτη του. Θὰ τὸ βοηθήσῃς ἂν εὕρῃς κάτι ὄμορφο νὰ κάνετε μαζύ, ἐπάνω σὲ αὐτὸ ποὺ ἀπεχθάνεται καὶ ζητᾶ νὰ ἀποφύγῃ. Ὥστε κάποτε νὰ εὕρῃ ὑπομονὴ νὰ ἀντιμετωπίζῃ ὅλα ὅσα δὲν μπορεῖ νὰ προσπεράσῃ, κουράγιο νὰ ξεπερνᾷ ἐκεῖνα ποὺ μπορεῖ καὶ σοφία νὰ καταλαβαίνῃ τὴν διαφορά.

Μαθιόπουλος Χαράλαμπος

(Visited 159 times, 1 visits today)




One thought on “Βοηθῶντας (πραγματικὰ) ἕνα παιδὶ νὰ μάθῃ ἀρχαῖα ἐλληνικὰ

  1. Βρὲ παιδιά, ζητῶ προκαταβολικῶς συγγνώμη, μὰ θὰ τὸ πῶ: “Τὰ ἀρχαῖα” παίρνει περισπωμένη, διότι τὸ -α- ὡς κατάληξη πληθυντικοῦ σὲ λέξεις γένους οὐδέτερου εἶναι βραχύ. Ἐπίσης (εἰδικῶς γιὰ τὴ Φιλονόη μας): Τὰ συνηρημένα ρήματα παίρνουνε πάντοτε περισπωμένη. Π.χ. ζητῶ, φρονῶ, κτυπῶ κ.λπ. Ὁ Τριανταφυλλίδης ἐπέβαλε εἰδικῶς στὴ μετοχὴ νὰ ὀξύνονται (: κτυπώντας, ζητώντας) καὶ ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε τὸν κανόνα (του) ἔστω καὶ ἐὰν ὑπάρχουνε ἀμφιβολίες ὡς πρὸς τὴν ὀρθότητά του.
    Ἀρχαῖα νὰ μάθη ἕνα παιδί, ἔτσι… στὸ ξαφνικό, εἶναι πολὺ δύσκολο ἕως ἀκατόρθωτο. Κατ’ἀρχὴν δὲν ξέρουμε ἀκόμα πῶς ἀκριβῶς προφέρονταν. Ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ βροῦμε (βάσει τῶν δεδομένων τοῦ Ἔρασμου) δὲν μποροῦμε σήμερα νὰ μιλᾶμε τραγουδιστά. (Τὸ βῆ, βῆ προφέρονταν κατὰ πᾶσα πιθανότητα ὡς:μπὲε, μπὲε). Ὁπότε, καλὸ εἶναι νὰ ἀρχίσουμε μὲ τὴ γραμματικὴ τοῦ Τριανταφυλλίδη ἤ, ἔστω, τοῦ Ζούκη ἤ, ἀκόμα πιὸ ἔστω, ἐκείνη τοῦ Τζάρτζανου, ὥστε νὰ γράφουμε ὀρθὰ καὶ νὰ τονίζουμε ὀρθὰ (κυρίως αὐτό!) καὶ μετὰ βλέπουμε…

Leave a Reply