Ἡ διαπόμπευσις τοῦ κλέπτου

Ἡ κατοχικὴ πείνα οὐδέποτε ἔγινε συλλογικὴ μνήμη στὴν μεταπολεμικὴ Ἑλλάδα, ἀφοῦ ἀντ΄ αὐτοῦ προτιμήθηκε ὁμοθύμως καὶ διακομματικὰ ἡ ἐθνικὴ σιωπή. Ἴσως, γιατί ἡ πείνα δὲν ξεχώριζε κοινωνικὲς τάξεις.

Σὲ κάποια χωριὰ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας ἐπέζησε ὅμως μέχρι σήμερα ἡ τοπικὴ μνήμη τῆς πείνας, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ἡ «κινηματογραφικὴ» σκηνὴ τῆς διαπομπεύσεως τοῦ «κλέπου» πατέρα πεινασμένων παιδιῶν ποὺ συλλαμβάνετο νυκτιάτικα ἀπὸ τὸν Βούλγαρο ἀγροφύλακα μὲ γεμάτο τὸν ντορβὰ μέσα στὸ ξένο μποστάνι, στὸν μπαχτσέ, στὸ ἀμπέλι :

«Μία παράξενη πομπὴ περνοῦσε ἀργὰ – ἀργὰ μέσα ἀπὸ τὸ φοβισμένο χωριὸ μὲ μπροστάρη τὸ κοινοτικὸ κλητήρα ποὺ κτυποῦσε ὑυθμικὰ ἕνα μικρὸ νταούλι.

Ἀκολουθοῦσε μὲ σκυφτὸ κεφάλι ὁ «κλέψας τὰς ὀπώρας» ἔχοντας πίσω του ὅλα τὰ στενὰ συγγενικά του πρόσωπα. Μερικὰ βήματα πιὸ πίσω ἔρχονταν ἡ κατοχικὴ ἐξουσία τοῦ χωριοῦ: Ὁ Βούλγαρος «πρόεδρος» μὲ τὸ ἀγέρωχο ὕφος μαζὺ μὲ τὸν βλοσυρὸ ὁμοεθνῆ του ἀγροφύλακα. Καὶ ἀπὸ κοντὰ οἱ ἐλάχιστοι βουλγαρίζοντες τοῦ χωριοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ προδότης χωρὶς κουκούλα (ἀργότερα τὸν σκότωσαν οἱ ἀντάρτες).

Ἀκολουθοῦσαν καὶ λίγοι ντόπιοι χωριάτες ποὺ παρευρίσκοντο ἐκεῖ ὄχι γιὰ τὸ «θέαμα» ἀλλὰ ἀπὸ δειλία, καθὼς δὲν ἤθελαν νὰ δώσουν «δικαίωμα» στὸν Βούλγαρο κατακτητή.

Ἡ πομπὴ ἔκλεινε μὲ τὴν ἀνήσυχη πιτσιρικαρία τοῦ χωριοῦ, ποὺ παρυυρίσκετο ἐκεῖ χωρὶς νὰ καταλαβαίνῃ κάτι γιὰ τὸ «δράμα» ποὺ παιζόταν ἐμπρός της.»

Ἱστορία ….. ὅπως τὴν ἄκουσα ἀπὸ τὴν μητέρα μου.

Στοϊλόπουλος Βασίλης

 

(Visited 115 times, 1 visits today)




Leave a Reply