Διαβιώντας σὲ μίαν χώρα ὅπου κάθε λογῆς ἅγιοι καὶ «ἅγιοι», ὅσιοι καὶ «ὅσιοι», μάρτυρες καὶ «μάρτυρες», ἥρωες καὶ «ἥρωες» τιμῶνται, ἐκ παραλλήλου μὲ τὶς «ἐθνικὲς» καὶ τὶς ἐθνικὲς ἑορτές, δίπλα διαρκῶς στὶς «παγκόσμιες ἡμέρες» καὶ τὰ «μνημεία παγκοσμίου κληρονομίας» (ποὺ διαρκῶς εἶναι πάντοτε μόνον τὰ δικά μας, ἐφ΄ ὅσον ὅλων τῶν ἄλλων τὰ μνημεία ἀνήκουν στοὺς λαοὺς ποὺ τὰ ἐδημιούργησαν), ἀρχίζω νὰ ἀναρωτῶμαι σοβαρὰ γιὰ τὸ ποιοὶ εἶναι πράγματι οἱ Ἥρωες καὶ οἱ Ἅγιοι ποὺ ὀφείλουμε νὰ τιμοῦμε διαρκῶς, δίχως εἰσαγωγικά, δίχως «ἐὰν» καὶ δίχως ἐρωτηματικά.
Καί, ἀνατρέχοντας στὶς διασωθεῖσες ἱστορικὲς πηγές, ἀνακαλύπτω πώς, εὐτυχῶς, ἔχουμε πολλοὺς τέτοιους μά, δυστυχῶς μας, ἐλαχίστως ἀσχολούμεθα μαζύ των, ἀκόμη κι ἐὰν αὐτὰ τὰ πρόσωπα, παγκοσμίως, εἶναι καὶ ἀποδεκτὰ καὶ προβαλλόμενα, γιὰ τοὺς ὁποίους -ἐντοπίους- λόγους.
Πρὸς τοῦτον ἕνα Προμηθεὺς βασιλεύει στὸ Τόκυον…

Τόκυο…
Γνωρίζουν τὶ ἐπικαλοῦνται…
…ἀκόμη κι ἐὰν …δὲν γνωρίζουν!!!
Συνέχεια →