Ἡ Ἀνθρωπότης ἐπιστρέφει;

Ὃλο αὐτό τό παράλογον οἰκοδόμημα πού ἒχει στηθεῖ  καί σκεπάζει ὡς ὀμίχλη, ἢ ἀκόμη χειρότερα, ἐξαφανίζει ἀπό τό ὀπτικό μου πεδίο, κάθε τι ὑγιές καί ἂριστον, μέ «πνίγει».

Προσπαθεῖ νὰ μὲ «πείσῃ» γιά τό «λογικόν» τοῦ παραλόγου. Ὃμως ἐξακολουθοῦν ἐντός μου νὰ ὑφίστανται «κεραῖες» ἐντόπισμοῦ τῶν ἀτοπημάτων του.

Παραλλήλως,  ἡ διαστρέβλωσις παραδοσιακῶν ἀρχῶν καί ὀπτικῶν, ὡς καταιγίδα σαρώνει καί ἀποσαθρώνει, ὃσες  ἀξίες ἐδομήθησαν ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων καί καθῲρισαν τούς ὃρους καί τίς βάσεις τοῦ ἠθικῶς ζεῖν καί σκέπτεσθαι.

Ἡ παραποίησις ἐννοιῶν, πού ὁδηγοῦσαν τήν ἀνθρώπινον σκέψι καί στάσι ζωῆς στήν ἀνάδειξιν τῶν βελτίστων ἐκφράσεών της, ἒχει λάβει διαστάσεις ἐπικίνδυνες. Ὃταν γιά παράδειγμα κάποτε ὁ ἂνθρωπος θεωροῦσε ὑπέρτατον χρέος του νά πορεύεται ὡς καλός κι ἀγαθός,  ἐν ὦ σήμερα ἡ λέξις ἀγαθός ἒχει ταυτιστεῖ μέ τό «χαζός», αὐτομάτως,  μή συνειδητά, ὑποβιβάζεται ὁ ῥόλος τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τῆς γῆς στά ἀναγκαῖα κι ἀπαραίτητα τῆς ἐπιβιώσεως.

Ἡ ὃλο καί μεγαλυτέρα ἀπομάκρυνσις τοῦ ἀνθρώπου ἀπό παραδοσιακῶς κεκτημένες ὑποχρεώσεις  καί δικαιώματα,  ὃπως γιά παράδειγμα τό δικαίωμα-ὑποχρέωσις τοῦ ἂρχειν καί   ἂρχεσθαι,  ἒχει καταντήσει μάστιγα πού καταφέρεται ἐναντίον τῆς ἐπιβιώσεως κάθε μικρῆς ἢ μεγάλης κοινωνίας. Συνέχεια

τό παλάτι καὶ οἱ ἂρχοντές του

Αὐτό τὸ ἀρχοντικό κτίριο. Αὐτό τὸ παλάτι. Χτίστηκε γιὰ νὰ στεγάση ἓναν μονάρχη. Ἓναν μονάρχη, τὸν Ὂθωνα, ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὃτι ἒφυγε νύχτα ἀπό  τὸν τόπο μας, γιατί δὲν πληροῦσε τὶς προϋποθέσεις. Γιατί  δὲν γεννήθηκε Ἓλλην.  Δὲν πόνεσε τοὺς  ἀγῶνες  τοῦ  λαοῦ  ποὺ  ἦλθε νὰ ὑπερετήση. Δὲν σεβάστηκε τοὺς ἀγωνιστές.  Δὲν ἀφουγκράστηκε τὴν ἀνάσα τους. Δὲν σκέφτηκε ποτέ σὰν ἂνθρωπος τοὺς ἀνθρώπους του. Δὲν στόχευσε ποτέ σὲ ἓνα καλλίτερο αὒριο. Γιατί ἁπλῶς τὸ δικό του αὒριο δὲν ἦταν ποτέ συνδεδεμένο μὲ τὸ αὒριο τῶν ὑπηκόων του.

Τὸ παλάτι λοιπόν. Ἐγκαταλελειμμένο, ἐρείπιο, τὸ βρῆκαν οἱ παπποῦδες μας πρόσφυγες ἀπό τὴν Μικρά Ασία καὶ τὸν Πόντο. Ἒμειναν έκεῖ, εὐτυχῶς γιὰ πολύ λίγο. Δὲν τοὺς κρατοῦσε ὁ χῶρος.  Δὲν τοὺς φρόντιζε. Δὲν τοὺς ἐνέπνευσε. Ἒφυγαν ἀπό ἐκεῖ γιὰ νὰ βροῦν τὴν τύχη τους. Καὶ νομίζαν  ὃτι τὴν βρῆκαν. Ἢ μήπως ὂχι;

Τὸ παλάτι λοιπόν. Χῶρος του ἑλληνικοῦ κοινοβουλίου πλέον. Ἐκεῖ βρῆκε στέγη ὁ νόμιμος ἐκπρόσωπος τοῦ λαοῦ μας. Σὲ ἓνα παλάτι. Γιατὶ ποῦ ἀλλοῦ θὰ μποροῦσαν νὰ στεγαστοῦν τέτοιοι ἂρχοντες; Τέτοιοι θαυμαστοί καὶ ἰδιαίτεροι ἂρχοντες! Συνέχεια