1821. Γένος, ἡ ἀλήθεια ποὺ ἀκούει ἡ καρδιά.

1821
 
Δύναμη ἱερή
γιά τέσσερις αἰῶνες,
σᾶς κράτησε ἴδιους
κι ἀπαράλλαχτους
καί δέν σᾶς ἄφησε
νά θέλετε νά ἀλλάξετε,
αὐτό πού εἶστε
νά ξεχάσετε.

Τ’ ἀσήμια τῆς Σελήνης

Ὁλονυχτιὰ εἰς τ’ ἀψηλὰ σὲ εἶδα ὀρθή.

Πλάι σου εἶχε ἡ Σελήνη γείρει
κι ὅλα ἦταν τ’ ἀσήμια της,
ἀπὸ τὶς καταμεσιὲς τῶν πελάγων,
τὶς πλαγιὲς π’ ἀντρειωμένες καμάρωναν,
τοῦ Πετρίτη τὶς ἄκριες φωλιὲς
καὶ τοῦ Θεοῦ τὰ μύρια θλιμμένα μάρμαρα ὑμνοῦσαν.

Συνέχεια

Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ

Ἡ ἡρεμία τοῦ δάσους 
εἶχε ἁπλώσει τά χάδια της,
ἐπάνω εἰς τὶς πανέμορφες κόρες της,
τὰ δίδυμα κοριτσόπουλα μὲ τὰ χορταρένια κορμάκια
καὶ τὰ λευκὰ σὰν χιόνι χεράκια τους.

Ὁ ἥλιος,
χρόνους πολλοὺς ἄφηνε τὴν κυρά – γῆ,
τὴν παρέδιδε εἰς τὰ χέρια τῆς Ἑκάτης 
καὶ ὁλονυκτίς,
κεντοῦσε μὲ τὸ ξανθόν του αἷμα,
Συνέχεια

Τῆς Γεννέσεως Ὥρα

Χαράματα θὰ ‘ναι θαρρῶ.
 Οἱ πρῶτες τοῦ φωτὸς ἀχτίδες,
μονομαχῶντας μὲ τοῦ σκότους τὸ στράτευμα,
ὁδηγοῦν τοῦ Φοίβου τὸ ἅρμα, 
εἰς τὴν λαχτάραν τῆς νέας Ζωῆς,Κρυμμένη ἀπὸ τὸ σκότος,
μέσα εἰς τὴν μαγευτικήν, 
Συνέχεια

Ἔρωτας σὲ χείλη φωτιὰ


Θαρρῶ πῶς τὸν εἶδα·

γυρνοβολοῦσε εἰς τῶν ματιῶν σου τὸ χρῶμα,
ποὺ ἀπὸ φθινοπωρινὴ σιγαλιὰ ἦταν μεγαλωμένα,
μιᾶς νὰ χορεύῃ γύρω ἀπὸ φωτιὰ
κι ἦταν αὐτὴ γεννημένη,
ἀπ’ τῶν χειλιῶν σου τὴν γῆν.