Δύναμη ἱερή
γιά τέσσερις αἰῶνες,
σᾶς κράτησε ἴδιους
κι ἀπαράλλαχτους
καί δέν σᾶς ἄφησε
νά θέλετε νά ἀλλάξετε,
αὐτό πού εἶστε
νά ξεχάσετε.
Ὁλονυχτιὰ εἰς τ’ ἀψηλὰ σὲ εἶδα ὀρθή.
Ἡ ἡρεμία τοῦ δάσους
εἶχε ἁπλώσει τά χάδια της,
ἐπάνω εἰς τὶς πανέμορφες κόρες της,
τὰ δίδυμα κοριτσόπουλα μὲ τὰ χορταρένια κορμάκια
καὶ τὰ λευκὰ σὰν χιόνι χεράκια τους.
Ὁ ἥλιος,
χρόνους πολλοὺς ἄφηνε τὴν κυρά – γῆ,
τὴν παρέδιδε εἰς τὰ χέρια τῆς Ἑκάτης
καὶ ὁλονυκτίς,
κεντοῦσε μὲ τὸ ξανθόν του αἷμα,
Συνέχεια
Χαράματα θὰ ‘ναι θαρρῶ.