Τὸ ἤξερα γαλάζια πὼς εἶσαι,
ὅσον κι ἄν τὸ ᾿κρυβε τὸ λευκόν σου δέρμα·
μήτες τὸ στάρι μὲ πλάνεψε, γύρω ἀπὸ τὸν λαιμόν σου,
μήτες τὸ μεγαλεῖον,
ἀπ’ τὰ ῥὸζ τῶν χειλιῶν σου.
Τὸ ἤξερα γαλάζια πὼς εἶσαι,
Καλημέρα ἀδέλφια μου καὶ χῶμα Σὺ Ἑλληνικόν·
τὸ βῆμα μου μετράει ἡ γῆς
κι ὁποὺ πάτημα, δάκρυ κι ἀνθοβολιά·

Πατρίδα, σὰν τὸν ἥλιο σου ἥλιος ἀλλοῦ δὲ λάμπει.
Πῶς εἰς τὸ φῶς του λαχταροῦν ἡ θάλασσα κι οἱ κάμποι,
πῶς λουλουδίζουν τὰ βουνά, τὰ δάσ᾿, οἱ λαγκαδιὲς
στέρνοντάς του θυμίαμα μυριάδες μυρωδιές!
Ἀφρολογοῦν οἱ ρεματιὲς καὶ λαχταρίζ᾿ ἡ λίμνη,
χίλιες πουλιῶν λαλιὲς ἠχοῦν, τῆς ὀμορφιᾶς του ὕμνοι,
Συνέχεια
Περιμένοντας τοὺς βαρβάρους
-Τί περιμένουμε στὴν ἀγορὰ συναθροισμένοι;
Εἶναι οἱ βάρβαροι νὰ φθάσουν σήμερα.