Δέν νομίζω ὅτι χρειάζονται ἰδιότητες Κάλχαντος ἤ Τειρεσία γιά νά ἀποδείξει ἤ νά δείξει κανείς ὅτι καί κατ᾽ αὐτήν τήν περίοδο, παρά τά λαμβανόμενα μέτρα –ἴσως καί ἐξ αιτίας τους– ἡ Ἑλλάς θά κινηθεῖ inter flentium et doloris (= μεταξύ θλίψεων καί ὀδύνης).
Ὑπό σωστή διακυβέρνηση καί μέ πολίτες σώφρονες, ἡ Ἑλλάς θά ἔπρεπε νά ἦταν σύμβολο εὐπρεποῦς εὐημερίας, γαλήνης καί ἠρεμίας, ὅπως ἡ beata (= εὐδαίμων) Ἑλβετία. Δυστυχῶς, ὅπως τό ἔχουμε γράψει συχνῶς, ἡ χώρα μας ἐδῶ καί δεκαετίες παραδέρνει σάν τό «Μεθυσμένο Καράβι» τοῦ Ρεμπώ, ἐπειδή ἔχει μπεῖ στό χῶρο τῆς ἐξωπραγματικότητας. Κινεῖται σέ μή πραγματική διάσταση, ἔξω ἀπό τίς δυνατότητές της, τίς συγκυρίες καί τίς εὐκαιρίες.


Μέ τό κεφαλαιογράμματο ΧΑΛΙΑ δέν ἐννοῶ τά χαλιά πού ἔστρωσαν κάποιοι ἐπιτήδειοι γιά νά πατήσουν ἀνωδύνως οἱ 13 μεταρρυθμίσεις πού ἔγιναν ἀπό τό 1976 κι ἐδῶθε. Ὅμως χάρη στά χαλιά πού πάτησαν τήν… πατήσαμε! Ἡ παιδεία μας σήμερα ἔχει τό μαῦρο της τό χάλι. Ἀπό τό 1976, μετά τήν ἀπορρύθμιση τοῦ Ράλλη, πῆρε τό… ράλλυ τῆς κατιούσας. Στά διδακτικά μου χρόνια ἴσχυε τό λεχθέν ἀπό τόν Γκαῖτε: “Ὅλο ψηλότερα ν΄ ἀνεβαίνεις, ὅλο μακρύτερα νά κοιτᾶς”. Σήμερα ἰσχύει τό ἀντίθετο:
