Ἔχω μίαν φίλη ξεναγό. Μιλᾶ δύο ἀκόμη γλῶσσες πλὴν τῆς Ἑλληνικῆς. Πρὸ δύο ἡμερῶν ἦταν μὲ μία ὁμάδα τουριστῶν στὴν Ἀκρόπολη. Ἡ ὁμάδα της προπορεύετο ὅταν κι αὐτὴ ἀκολουθοῦσε λίγο πιό πίσω.
Ἐκείνην τὴν στιγμὴ ἐπέρασαν δύο Ἰταλοί. Κάπου δεξιὰ ἦsαν κάποιοι μουσικοί. Οἱ Ἰταλοί, φιλέσπλαχνοι γάρ, ἄφησαν μερικὰ λεπτὰ τοῦ εὐρῶ στὸ πιατάκι τους. Ἢταν ὄμως λίγα γιὰ τοὺς μουσικούς. Πολὺ λίγα.
Τὰ ἐπέταξαν κατὰ γῆς θυμωμένοι. Ἡ φίλη μου ἔσκυψε, τὰ ἐμάζευσε κι ἐβιάσθη νὰ προλάβῃ τοὺς Ἰταλοὺς γιὰ νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ. Οἱ Ἰταλοὶ δὲν μιλοῦσαν Ἑλληνικὰ ἢ Ἀγγλικὰ καὶ τελικῶς δὲν κατάλαβαν τὸν λόγο τῆς ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων. Αὐτὸ ποὺ σίγουρα κατάλαβαν ἦταν ἡ ἀχαριστία τῶν ἐπαιτῶν. Κι ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ σίγουρα θὰ μεταφέρουν στὴν χώρα τους αὐτὴν τὴν ἀθλία εἰκόνα! Τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπαίτου στὴν Ἑλλάδα ποὺ στὰ λιγοστὰ χρήματα εἶναι παντελῶς ἀχάριστος! Τέτοια καθάρματα καὶ παραδόπιστοι λοιπόν οἱ Ἔλληνες;




