«Ὁ κοτζαμπάσης»:
Ὀρθάνοικτο τῆς κάμαρης τὸ φτωχικὸ πρεβάζι..
λικνίζεται ἡ θάλασσα στῆς λευτεριᾶς τ’ ἁγιάζι.
Συνέχεια
Ἀρχεῖα ἐτικέττας: Λόγος
Τετριμμένο, μὰ σ΄ ἀγαπῶ.
Ἀπαγορεύεται ἡ λήψις τμημάτων αὐτοῦ ἢ τοῦ συνόλου του, γιὰ ὁποιανδήποτε χρῆσιν ἢ ἐκμετάλλευσιν, χωρὶς τὴν ἄδεια τοῦ κυρίου Πετροπούλου.
Ἀρχὴ σοφίας

«Φρόνιμα καὶ ταχτικὰ
πάω μὲ κεῖνον ποὺ νικᾷ».
Ὁ ἕνας
Λίγη δροσιά, οὐρανέ μου,
καὶ χάηδεμα τ᾿ ἀνέμου,
κελάηδημα πουλιοῦ,
ξανάνιωμ᾿ Ἀπριλιοῦ!
Ἀνάσ᾿, ἀνάσα λίγη!
Χρόνια ἡ θελιὰ μᾶς πνίγει.
Λίγη χαρὰ σ᾿ αὐτὰ
τὰ σκοτεινὰ γραφτά!
Συνέχεια
Πατρίδα; Πουλημένη στὸ σφυρί…
«…Πατρίδα; Πουλημένη στὸ σφυρί!
Λεφτεριά; Μὲ χαλκᾶδες δὲν μπορεῖ!
Παιδιά; Ποῦ τὰ χεῖ ἂς κλαίει μέχρι θανάτου,
θά ῾ναι σκλαβ᾿ ἢ προδότες τὰ ὀρφανά του!…»
Συνέχεια
Τὸ δένδρο καὶ ἡ μάνδρα τῆς αὐλῆς.
Ἀπαγορεύεται ἡ λήψις τμημάτων αὐτοῦ ἢ τοῦ συνόλου του, γιὰ ὁποιανδήποτε χρῆσιν ἢ ἐκμετάλλευσιν, χωρὶς τὴν ἄδεια τοῦ κυρίου Πετροπούλου.
Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός, ὅλο βουνά…

Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ κτίσουμε τὰ σπίτια, τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας.
Κι᾿ οἱ γάμοι μας, τὰ δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰ τὴ ψυχή μας.
Πῶς γεννήθηκαν πῶς δυνάμωσαν τὰ παιδιά μας;
Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός.
Τὸν κλείνουν οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγάδες.
Στὰ λιμάνια τὴν Κυριακὴ σὰν κατεβοῦμε ν᾿ ἀνασάνουμε βλέπουμε νὰ φωτίζουνται στὸ ἡλιόγερμα σπασμένα ξύλα ἀπὸ ταξείδια ποὺ δὲν τέλειωσαν σώματα ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς ν᾿ ἀγαπήσουν».