Ὁ ἀντικαταστάτης

Μ’ ἐγέννησεν μὲ λαχτάραν μήτρα πλανεμένη,

 

ἐπιλεγμένη σὲ αὐτὴν τὴν φυλακὴν νὰ μὲ φέρῃ.

 

Ἐμεγάλωσα τρέχοντας καὶ ματώνοντας τὰ γυμνά μου πόδια,

 

ἐπάνω σὲ γῆς σκλαβωμένη.

 

Ἐνωρὶς ἀνδρώθηκα, Συνέχεια →

Καλάβρυτα τοῦ 1943

Πᾶν τὰ Καλάβρυτα
Τὸ Ἀρκάδι – τὸ Κούγκι νὰ ῾βροῦν.
Θεία ἡ φυγὴ
σκλάβα μου γῆ!
Τί, τὰ Καλάβρυτα – τ᾿ Ἀρκάδια
δὲ ζοῦν στ᾿ ἀνήλια τὰ λαγκάδια ….
Συνέχεια →

Ἐπάνω σὲ μιὰ χειμωνιάτικη ἀκτῖνα

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια Συνέχεια →

Ἡ τελευταία ἡμέρα

Ἦταν ἡ μέρα συννεφιασμένη. Κανεὶς δὲν ἀποφάσιζε
φυσοῦσε ἕνας ἀγέρας ἀλαφρύς: «Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι
    σιρόκος» εἶπε κάποιος.
Κάτι λιγνὰ κυπαρίσσια καρφωμένα στὴν πλαγιὰ κι ἡ
   θάλασσα
γκρίζα με λίμνες φωτεινές, πιὸ πέρα. Συνέχεια →