ᾨδὴ Ἐννάτη. Εἰς τὸν Προδότην

α΄

Ἐγύρισε ταὶς πλάταις του·
φεύγει, φεύγει ὁ προδότης·
ἀλαμπῆ σέρνει τ᾿ ἅρματα
φαρμακερά, τὸ στῆθος του
ἔγινεν ᾅδης. 

β´

Τὸν σταυρὸν καὶ τοὺς Ἕλληνας
ἄφησ᾿ ὀπίσω, ἐξάπλωσεν
ἀδελφικῶς τὴν χεῖρα του
῾ς τοὺς τούρκους, κ᾿ ἐπροσκύνησε
βάρβαρον νόμον.  Συνέχεια

Ἡ ψαρόβαρκα

Ἔρχετ᾿ ἡ ψαρόβαρκα, ἔρχεται ὁλοΐσια 
πέρα ἀπ᾿ τὸν Ἀσπρόπυργο κι ἀπ᾿ τὰ Πετρονήσια 
σὰ νεράιδα ἀφρόπλαστη, νύφη φτερωτή, 
τὴ χαϊδεύει ὁ μπάτης· 
μύρια πλούτη ἀτίμητα στὴν ποδιὰ κρατεῖ, 
ζηλευτὰ προικιά της. Συνέχεια

ᾨδὴ Ὀγδόη. Εἰς τὴν Νίκην

α΄

Ὄν, σὺ ποὺ ἡ φαντασία
φλογώδης τῶν θνητῶν
῾σὰν πτερωμένην βλέπει
παρθένον ῾ς τὸν ἀέρα,
οὐράνιον ἔργον.

β´

῾Σ τὸ μέτωπόν σου πάντοτε
ἄσβεστος λάμπει ἀστέρας,
ὦ Νίκη, συσσωρεύονται
τριγύρω σου ματαίως
νύκτες αἰώνων.  Συνέχεια

Τὸ φτάσιμο

Θὰ βραδιάζει ἡ μέρα, ὅταν θὰ φτάνομε 
στοῦ χωριοῦ τ᾿ ἀποσκιωμένα ἁλώνια 
θὰ φανοῦν λευκὰ τὰ χωριοτόσπιτα 
πίσω ἀπὸ τῶν πεύκων τ᾿ ἀκροκλώνια. Συνέχεια

ᾨδὴ Ἑβδόμη. Τὸ Φάσμα

α΄

Τὸ πνεῦμα μου σκοτίζεται·
ἡ γῆ ὑπὸ τὰ ποδάρια μου
γέρνει· ἀθελήτως τρέχω
ὡσὰν ἀπὸ μίαν ράχην
βουνοῦ, εἰς λαγγάδι. 

β΄ Συνέχεια

Πῶς νά σωπάσω; (α)

Τέρμα τά ἠχεῖα!
————————————————–
Πῶς νά σωπάσω μέσα μου…
τήν ὀμορφιά τοῦ κόσμου…
Ὁ οὐρανός δικός μου…
ἡ θάλασσα στά μέτρα μου… Συνέχεια