Ὁ πατέρας μου ἤθελε νὰ φτιάξῃ ἕνα σπίτι

Ὁ πατέρας μου ἔφαγε μιά ζωὴ γιὰ νὰ φτιάξει ἕνα σπίτι.
Ἀπογεύματα, Κυριακὲς στὸ κουζινάκι χωρὶς ἕνα γλυκὸ ἢ ἕνα καφενεῖο. 
Ὅταν πέθανε ἄφησε ἕνα χορταριασμένο στρατὶ
ἕνα κτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια… 
Ἄλλαξαν οἱ καιροὶ ποὺ λέει κι ὁ λαός, γεγονότα συνέβησαν…
Χαθήκαμε μὲ τὸν ἀδελφό μου, μάθαμε πὼς πέθανε κι ὁ πατέρας.

Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν Συνέχεια

Ἡ φοβερὴ πατρίδα μου

Ἄθλιος καιρὸς στὴ φοβερὴ πατρίδα μου
καὶ λίβας ἀνελέητος σκληρὸς τοῦ Ἰουλίου!

Τὴν πεθαμένη ταξιδεύαμε τὴ μάνα μας
μὲ τὸ βαγόνι τῆς γραμμῆς
κόσμος πολὺς μέσα στὸ διάδρομο καὶ ἡ ἀποθήκη του γεμάτη
μὲ μπαοῦλο, οἰκοσκευές,
καὶ ἀνάμεσά τους, στὰ ψηλά, τὸ φέρετρό της
ἔτσι καθὼς πηγαίναμε παλιὰ κουτί, στῶν συγγενῶν μας,
μὲ κοῦκλες, τὰ παιδιά. Συνέχεια

Βαθειά, τὴ νύκτα

Βαθιά, τὴ νύκτα τὰ μεσάνυκτα,
μὲ τ᾿ ἀνοιχτὰ φτερὰ τοῦ ὀνείρου,
πετᾷ ἡ ψυχή μου, σκλάβα ἐλεύθερη,
στοὺς μυστικοὺς κόσμους τοῦ Ἀπείρου, Συνέχεια

Ὁ ἐφιάλτης τῆς Περσεφόνης

Ἐκεῖ που φύτρωνε φλισκούνι κι ἄγρια μέντα
κι ἔβγαζε ἡ γῆ τό πρῶτο της κυκλάμινο
τώρα χωριᾶτες παζαρεύουν τά τσιμέντα
καί τά πουλιά πέφτουν νεκρά στήν ὑψικάμινο.

Κοιμήσου Περσεφόνη
στήν ἀγκαλιά τῆς γῆς
στοῦ κόσμου τό μπαλκόνι
ποτέ μὴ ξαναβγῇς. Συνέχεια

ᾨδὴ Δεκάτη. Ὁ Βωμὸς τῆς Πατρίδος

ᾨδὴ Δεκάτη. Ὁ Βωμὸς τῆς Πατρίδοςα΄

Τρέξατε ἀδέλφια, τρέξατε
ψυχαὶ θερμαί, γενναῖαι·
εἰς τὸν βωμὸν τριγύρω
τῆς πατρίδος ἀστράπτοντα
τρέξατε πάντες.

β´ Συνέχεια

Ἡ μυγδαλιά

Ἐκoύνησε τὴν ἀνθισμένη μυγδαλιὰ 
μὲ τὰ χεράκια της 
κι ἐγέμισε ἀπὸ ἄνθη ἡ πλάτη, ἡ ἀγκαλιὰ 
καὶ τὰ μαλλάκια της. Συνέχεια