Φόροι.

Βάλετε φόρους βάλετε εἰς τὴν πτωχή μας ῥάχη
ποτίστε μὲ τὸ αἷμα μας τὴν ἀῤῥωστη πατρίδα
Σεῖς τὸ κρασι καὶ τὸν καπνὸ νὰ πίνετε μονάχοι
κι ἐμεῖς νὰ σᾶς κυττάζομε μὲ κα΄τι σὰν γαρίδα.
Βαριὰ φορολογῆστε καὶ τὸ νερὸ ποὺ τρέχει…

Οἱ Ἥρωες

Μέσα σε βόλια κι ὀβίδων κρότους
ἔπεσαν νιάτα μὲς στὸν ἀνθό τους.
Πᾶνε λεβέντες, πᾶνε κορμιὰ
κι ἄγνωστα τά ῾θαψαν στὴν ἐρημιά.

Κανεὶς δὲ ξέρει ποὺ τά ῾χουν θάψει,
κανεὶς δὲ πῆγε γιὰ νὰ τὰ κλάψει,
κανεὶς δὲν ἔκαψε γι᾿ αὐτὰ λιβάνι,
κανεὶς δὲν ἔπλεξε γι᾿ αὐτὰ στεφάνι.

Συνέχεια

Ἡ πατρίδα μας

«Ξένε ποὺ μόνος κι ἔρημος 
σὲ ξένους τόπους τρέχεις, 
πές μου, ποιὸς εἶναι ὁ τόπος σου 
καὶ ποιὰ πατρίδα ἔχεις;»

«Τὴ μακρινὴ πατρίδα μου 
πάντα ποθῶ στὰ ξένα. 
Ἐκεῖ τὰ χρόνια τῆς ζωῆς 
περνοῦν εὐλογημένα.

Ἐκεῖ κι ὁ θάνατος Συνέχεια

ᾨδὴ Δεκάτη. Ὁ Ὠκεανός

στροφὴ α´.

Γῆ τῶν θεῶν φροντίδα,
Ἑλλὰς ἡρῴων μητέρα,
φίλη, γλυκεῖα πατρίδα μου
νύκτα δουλείας σ᾿ ἐσκέπασε,
νύκτα αἰώνων. 5

β´.

Οὕτω εἰς τὸ χάος ἀμέτρητον
τῶν οὐρανίων ἐρήμων,
νυκτερινὸς ἐξάπλωσεν
ἔρεβος τὰ πλατέα
πένθιμα ἐμβόλια. 10

Συνέχεια