Χωμάτινον Ὄνειρον

 

Ἡμέρα ἑορτῆς …
ἦλθε πρόσχαρη ἠ βροχή,
εἰς τὴν ὄμορφην αὐλήν μὲ τοὺς φοίνικες
καὶ τὶς τενεκεδένιες μὲ λευκὸν καὶ λουλάκι βαμένες γλάστρες,
γεμάτες μὲ γεράνια, γιασεμιά, μπουκαμβίλιες,
βιολέτες καὶ καλοντυμένες γαρδένιες,
γύρω ἀπὸ τὸν πέτρινον τοῖχον.
 Τὸ χῶμα ἀλαφρὺ καὶ καστανόν,
ἡμέρες τώρα τὴν περίμενε,
ὀνειρευόταν,
Συνέχεια

Ἡ ἀποικία

Κάθε ποὺ ξημερώνει ἡ γῆ,
εἰς τὴν ἔρημον αὐτὴν Πατρίδα,
γεμίζει ἐφιάλτες ἡ Βολή,
κάθε λογῆς τσουκνίδια.

Στέκω ἐγὼ καμαρωτός,
πὼς ἐτοῦτοι θὰ μὲ σώσουν,
πὼς εἶναι ὅλοι εὐπάτριδες
καὶ τοῦ λαοῦ χαμάληδες.

Συνέχεια

Τῆς λευτεριᾶς ὁ γιὸς

1

 
— Γειὰ σου ὠρὲ μικρέ!
κατὰ ποῦ μωρὲ τραβᾶς μὲ φούρια;
καὶ αὐτὸν τὸν σπαζοξυλιὰ ὠρέ,
γιατὶ σὰν φυλακτὸν ὠρὲ
εἰς τὰ στήθια τὸν κρατεῖς;
 

Συνέχεια

1821. Γένος, ἡ ἀλήθεια ποὺ ἀκούει ἡ καρδιά.

1821
 
Δύναμη ἱερή
γιά τέσσερις αἰῶνες,
σᾶς κράτησε ἴδιους
κι ἀπαράλλαχτους
καί δέν σᾶς ἄφησε
νά θέλετε νά ἀλλάξετε,
αὐτό πού εἶστε
νά ξεχάσετε.

Τ’ ἀσήμια τῆς Σελήνης

Ὁλονυχτιὰ εἰς τ’ ἀψηλὰ σὲ εἶδα ὀρθή.

Πλάι σου εἶχε ἡ Σελήνη γείρει
κι ὅλα ἦταν τ’ ἀσήμια της,
ἀπὸ τὶς καταμεσιὲς τῶν πελάγων,
τὶς πλαγιὲς π’ ἀντρειωμένες καμάρωναν,
τοῦ Πετρίτη τὶς ἄκριες φωλιὲς
καὶ τοῦ Θεοῦ τὰ μύρια θλιμμένα μάρμαρα ὑμνοῦσαν.

Συνέχεια