Ὁ μόνος ἄνθρωπος ποὺ πρέπει νὰ ξεπεράσῃς εἶναι ὁ ἑαυτός σου!

Μικρὲς ζωές…
Μεγάλα προβλήματα…
Κι ἀπὸ κοντὰ κι ὁ θάνατος…
Δὲν εἶναι ποὺ δὲν θέλουμε νὰ ζήσουμε…
Εἶναι ποὺ δὲν μάθαμε νὰ ζοῦμε..
Εἶναι ποὺ δὲν μάθαμε νὰ ἀκοῦμε αὐτὸ ποὺ βγαίνει ἀπὸ μέσα μας… Τὴν Ἀνάγκη! Τὸ πραγματικό μας Ἐγώ. Ὄχι τὸ ἐπίκτητο…
Συνέχεια

Ὁ πραγματικὸς πλοῦτος!

Κάποιο βράδυ ένας διαβάτης ήρθε στην άκρη του χωριού και κοιμήθηκε κάτω από ένα δέντρο. Ξαφνικά και ενώ κοιμόταν ένας χωριάτης τον πλησίασε και τον ξύπνησε λέγοντάς του:

– Την πέτρα! Δώσε μου την πολύτιμη πέτρα!

– Ποια πέτρα; δεν κατάλαβε ο διαβάτης.

– Χθες τη νύχτα είδα όνειρο το Σίβα και μου είπε να έρθω στην άκρη του χωριού όπου κάποιος άνθρωπος θα μου δώσει μια πέτρα που θα με κάνει πλούσιο για όλη μου τη ζωή.

Συνέχεια

Λυδία λίθος

Ὅλοι ἔχουμε ἀκούσει αὐτές τίς δύο λέξεις πάρα πολλές φορές στήν ζωή μας. Τί σημαίνουν, ὅμως;

Είναι μία μαύρη πέτρα που οι αρχαίοι Έλληνες εύρισκαν στο όρος Τμώλος της Λυδίας στη Μικρά Ασία. Αν χαράξουμε πάνω στη λυδία λίθο ένα ίχνος (γραμμή) με ένα χρυσό αντικείμενο, μπορούμε να προσδιορίσουμε την περιεκτικότητα του αντικειμένου σε χρυσό (δηλαδή τα καράτια). Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται και σήμερα., για την εύρεση της περιεκτικότητας των κραμάτων χρυσού. Ενδιαφέρον είναι ότι από το όρος Τμώλος πήγαζε ο χρυσοφόρος ποταμός Πακτωλός. Οπότε να υποθέσουμε ότι αφού μάζευαν το χρυσάφι από τον Πακτωλό, έκαναν και έναν έλεγχο, με την λυδία λίθο που έβρισκαν εκεί δίπλα.

Η λυδία λίθος είναι μία Συνέχεια

Ὁ γέρικος γάιδαρος.

Μια μέρα ο γάιδαρος ενός αγρότη έπεσε σε ένα πηγάδι. Το ζώο απελπισμένο, γκάριζε για ώρες ενώ ο αγρότης προσπαθούσε να βρει ένα τρόπο για να το σώσει.

Τελικά σκέφτηκε ότι το ζώο ήταν γέρικο και τα έξοδα που απαιτούνταν για να το βγάλει από το πηγάδι ήταν πολλά.

Αποφάσισε λοιπόν ότι δεν άξιζε να προσπαθήσει να σώσει τον γάιδαρό του, οπότε το μόνο που του έμενε να κάνει ήταν να τον θάψει ζωντανό. Έτσι κάλεσε τους γείτονες να έρθουν για να τον βοηθήσουν να πραγματοποιήσει το σχέδιό του!

Συνέχεια

Ἡ πατρίδα μας

«Ξένε ποὺ μόνος κι ἔρημος 
σὲ ξένους τόπους τρέχεις, 
πές μου, ποιὸς εἶναι ὁ τόπος σου 
καὶ ποιὰ πατρίδα ἔχεις;»

«Τὴ μακρινὴ πατρίδα μου 
πάντα ποθῶ στὰ ξένα. 
Ἐκεῖ τὰ χρόνια τῆς ζωῆς 
περνοῦν εὐλογημένα.

Ἐκεῖ κι ὁ θάνατος Συνέχεια

Τό κόκκινο κουμπί

Πρίν ἀπό χρόνια σέ κάποια ἰστοσελίδα διάβασα τήν παρακάτω ἱστορία:

Κάποτε ὑπῆρχε ἕνα πολύ ἀγαπημένο ζευγάρι. Θά μποροῦσαν νά εἶναι πολύ εὐτυχισμἐνοι ἀλλά ἐκεῖνοι πίστευαν ὅτι γιά νά συμπληρωθῇ ἡ εὐτυχία τους καί νά μή τούς λείπῃ πιά τίποτα σέ αὐτήν τήν ζωή ἦταν τά πλούτη.

Κάποια στιγμή γνώρισαν ἕναν πολύ παράξενο ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος τούς ἔδωσε ἕνα κουτί ἐπάνω στό ὁποῖο ὑπῆρχε ἕνα κόκκινο κουμπί καί τούς εἶπε: «Σᾶς χαρίζω αὐτό τό κουτί. Ἄν ποτέ θελήσετε νά συμπληρώσετε τήν εὐτυχία σας, ἔτσι ὅπως νομίζετε, πατῆστε τό κόκκινο κουμπί. Θά ἀποκτήσετε πάρα πολλά χρήματα ἀλλά κάποιος ὁ ὁποῖος δέν γνωρίζετε θά χάσῃ τήν ζωή του».

Πέρασαν μερικά ἀκόμα χρόνια Συνέχεια