Τό πιάτο μέ τά μακαρόνια

Εκείνη τη νύχτα, η Sue μάλωσε με τη μητέρα της και έφυγε από το σπίτι. Ενώ περιπλανιόταν στους δρόμους, θυμήθηκε ότι δεν είχε καθόλου χρήματα στην τσέπη της, ούτε ένα κέρμα για να τηλεφωνήσει στο σπίτι της.

Περνώντας από ένα κατάστημα που πουλούσε μαγειρεμένα νούντλς, μύρισε το ωραίο άρωμα τους και αμέσως συνειδητοποίησε ότι πεινούσε πολύ. Λαχτάρησε ένα μπολ με χυλοπίτες, αλλά δεν είχε χρήματα!

Ο ιδιοκτήτης του καταστήματος την είδε να στέκεται παραπέρα, χλωμή από την πείνα,  και την ρώτησε:

– Γεια σου κοριτσάκι, θα ήθελες να φας ένα μπολ με νούντλς; Συνέχεια

Τὸ παιδὶ καὶ τὸ ζωγραφισμένο λιοντάρι.

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας πλούσιος κτηματίας, που δεν είχε κανέναν άλλον στον κόσμο, παρά τον μονάκριβο γιο του. Ο άνθρωπος αυτός ήταν πολύ φοβητσιάρης, φοβόταν ακόμα και την ίδια του τη σκιά. Ένα βράδυ είδε ένα παράξενο όνειρο: πως το γιό του τον έφαγε ένα λιοντάρι. Ο κτηματίας φοβήθηκε πάρα πολύ κι επειδή δεν ήθελε το όνειρο αυτό να βγει αληθινό, κάλεσε τους καλύτερους μαστόρους κι έχτισε ένα σπίτι με πολλά δωμάτια, σωστό παλάτι.
Το μέγαρο αυτό όμως είχε τα παράθυρά του πολύ ψηλά, τις πόρτες του πάντα κλειδωμένες και περιστοιχιζόταν από έναν ψηλό φράχτη. Εκεί μέσα κρατούσε κλειδωμένο το μοναχογιό του ο κτηματίας. Και για να μη στενοχωριέται το παιδί, ο κτηματίας κάλεσε ένα σπουδαίο ζωγράφο και του ζήτησε να ζωγραφίσει όλους τους τοίχους του σπιτιού.

Συνέχεια

Ὁ διάδοχος τοῦ αὐτοκράτορος.

Ένας αυτοκράτορας στην Άπω Ανατολή, γερνούσε και καταλάβαινε ότι έφτασε η ώρα να διαλέξει το διάδοχό του. Αντί να διαλέξει έναν από τους βοηθούς του ή έναν από τα παιδιά του, αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό. Προσκάλεσε μια μέρα πολλούς νέους του βασιλείου του και τους είπε.

– “Έφτασε η ώρα μου να παραιτηθώ και να διαλέξω τον επόμενο αυτοκράτορα. Έχω αποφασίσει να διαλέξω έναν από σας”.
Οι νέοι ξαφνιάστηκαν! Αλλά ο αυτοκράτορας συνέχισε.
– “Θα δώσω σήμερα στον καθένα σας ένα σπόρο, έναν πολύ ειδικό σπόρο. Θέλω να τον φυτέψετε, να τον Συνέχεια

Ἡ ἀξία τοῦ δακτυλιδιοῦ.

Υπάρχει μια παλιά ιστορία για ένα παιδί που πήγε να ζητήσει τη βοήθεια ενός σοφού!

– Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πως μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;

Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε:

– Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά, ίσως… και ύστερα από μια παύση συνέχισε, αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το Συνέχεια

Μιά ἐξομολόγησις παλαιοῦ κομμουνιστῆ

Δέν μοῦ ἀρέσει ν΄ ἀνατρέχω στα πρόσφατα «παλιά», πού μᾶς προκαλοῦν πόνο και κάνουν τό δηλητήριο τοῦ μίσους νά εἶναι τό πιο διαδομένο στη χώρα μας ποτό. Δυστυχῶς, ὁ θόρυβος σχετικά μέ τό πολυθρύλητο «ἀντιρρατσιστικό νομοχέδιο» μέ ὑποχρεώνει νά ἀναφερθῶ σέ κάποιο περιστατικό, στό ὁποῖο οὐδέποτε ἔχω ἀναφερθεῖ εἴτε προφορικά εἴτε γραπτά.

Ὅταν ἐπιτράπηκε ἡ παλιννόστηση τῶν πολιτικῶν προσφύγων στην Ἑλλάδα κι ἄρχισαν νά φθάνουν ἀπό Συνέχεια

Δύο Βουδιστὲς μοναχοί…

Δύο Βουδιστές μοναχοί είχαν αφήσει το μοναστήρι τους και κατευθύνονταν προς το διπλανό χωριό. Περπατούσαν μέσα στο δάσος για ώρες. Βγαίνοντας από ένα ξέφωτο και φτάνοντας στις όχθες ενός ποταμού αντίκρυσαν μια νεαρή όμορφη κοπέλα να στέκεται δίπλα στα ορμητικά νερά και να κλαίει.

Ο γηραιότερος από τους δύο, προχώρησε προς το μέρος της και σαν έφτασε πίσω της τη ρώτησε:

– Γιατί κλαις;

Η κοπέλα στο άκουσμα της φωνής του γέρου πετάχτηκε σαν τρομαγμένο ζώο. Αντικρύζοντας τους δύο μοναχούς ηρέμησε. Σκούπισε τα δάκρυα της και μιας και θεώρησε πως δεν κινδυνεύει από τους δύο άντρες και αποκρίθηκε στην ερώτηση του ηλικιωμένου μοναχού.

Συνέχεια