Μὴ γελᾶτε εἴπαμε…
Μὴ γελᾶτε… Αὐτὰ δὲν εἶναι ἀστεῖα…
Διότι ἐσεῖς ἴσως νὰ γελᾶτε ἀλλὰ οἱ Ῥῶσσοι τὰ πιστεύουν καὶ τὰ διαδίδουν.
Καὶ μεταξύ μας…
Καλὰ κάνουν…
Τί; Θά ἀφήσουν τώρα ἄλλους νά τούς πάρουν τίς πρωτιές; Πλάκα κάνουμε;
Ἀρχεῖα ἐτικέττας: ἱστορία
Νικήτας Σταματελόπουλος ἤ Νικηταρᾶς ὁ Τουρκοφάγος (1782-1849)
Νικηταρά –Νικηταρά
Πού ᾽χεις στα πόδια σου φτερά
και στην καρδιά ατσάλι.
Ο Νικηταράς ήταν Αρκάς. Γεννήθηκε στο χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης το 1782 και πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας. Η μητέρα του Σοφία Καρούτσου ήταν αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς λοιπόν ήταν ανιψιός του Γέρου του Μωριά. Κατά μία άλλη εκδοχή, ο Νικηταράς γεννήθηκε το 1784 στο χωριό Νέδουσα Μεσσηνίας, ένα μικρό χωριό στους πρόποδες του Ταΰγετου, προς την μεριά του Μιστρά, 25 περίπου χιλιόμετρα από την Καλαμάτα. Έτσι κι αλλιώς, τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του πατέρα του, στο χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας. Εντεκάχρονος, βγήκε στο αρματολίκι ακολουθώντας τον πατέρα του. Αργότερα εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης, ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και την ευρωστία του. Ήταν ψηλός, μελαχρινός, πρώτος στο πήδημα και γρήγορος στο τρέξιμο. Η αλληλοεκτίμηση και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ του Καπετάνιου και του Νικηταρά, οδήγησαν τελικά στον γάμο του με την κόρη του Ζαχαριά, την Αγγελίνα. Το 1805, στο μεγάλο διωγμό των κλεφταρματολών, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην Ζάκυνθο. Έκτοτε, δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Την αφοσίωση του Νικηταρά προς τον θείο του ο λαός την είπε με δύο λόγια. « Μπροστά πηγαίνει ο Νικηταράς και πίσω ο Κολοκοτρώνης» αλλά και θέλοντας να τονίσουν την στενή και άρρηκτη σχέση των δύο ανδρών έλεγαν: « Η κεφαλή ήτο του Κολοκοτρώνη και η χειρ του Νικηταρά ».
Χρονικὴ διάρκεια ἀντιστάσεως χωρῶν κατὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιον Πόλεμον.
Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἡ μοναδικὴ χώρα ποὺ ἀναγκάστηκε νὰ ἀντιμετωπίσει τοὺς στρατοὺς τεσσάρων χωρῶν ταυτοχρόνως, Ἰταλίας, Ἀλβανίας, Γερμανίας, καὶ Βουλγαρίας. Συνέχεια
Ὀστρακισμός. Ὁ φρουρὸς κι ὁ ἐφιάλτης τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας.
(αναδημοσίευση άρθρου του Γ.Χατζόπουλου τ.Λυκειάρχη στην εφημερίδα ΠΡΩΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ ΔΡΑΜΑΣ)
Ο Αριστοτέλης στα “Πολιτικά” του γράφει ότι στην Αθήνα δε θεωρούσαν τον οστρακισμό ως ποινή,αλλά ως μέσο περιοριστικό της δύναμης ατόμων,κάθε φορά που υπήρχε ο φόβος ότι κάποιος από τους πολίτες είχε αποκτήσει τόση δύναμη,ώστε να θέσει σε κίνδυνο την ελευθερία του λαού,δηλαδή να καταλύσει το πολίτευμα και να επιβάλει τυραννία (δικτατορία).
Το θεσμό αυτό της προστασίας της δημοκρατίας καθιέρωσε για πρώτη φορά στην Αθήνα ο σπουδαίος πολιτικός και δημοκράτης Κλεισθένης συμπληρώνοντας την προοδευτική πολιτική,που είχε χαράξει ο μεγάλος νομοθέτης Σόλων.Η κίνηση αυτή του Κλεισθένη δικαιωματικά του χάρισε τον τίτλο του ιδρυτή της αθηναϊκής δημοκρατίας,η οποία έφτασε στην κορύφωσή της τον 5ο π.Χ. αιώνα.
3 Ἰουνίου 1941. Τό ὁλοκαύτωμα τῆς Καντάνου Χανίων
Κάντανος, ένα μικρό χωριό της Κρήτης, στο Νομό Χανίων, έμελλε να γίνει ένα από τα μνημεία της ναζιστικής θηριωδίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο.
Οι κάτοικοί της, των γύρω χωριών, αλλά και πολλοί από την επαρχία Σελίνου, αν και ήξεραν ποιο θα ήταν το τίμημα που θα πλήρωναν, αποφάσισαν ν΄ αντισταθούν και να θυσιαστούν στην επέλαση των ναζί.
Με λίγα και ακατάλληλα όπλα, αμύνονται μαχόμενοι στις 23 Μαΐου 1941 στα Φλώρια και στις 24 και 25 Μαΐου 1941 πιο οργανωμένα και με περισσότερες δυνάμεις στο φαράγγι της Καντάνου, όπου μετά από σφοδρή μάχη, σκοτώνονται πολλοί Γερμανοί. Τη Δευτέρα 2 Ιουνίου αρχίζει ο ανελέητος βομβαρδισμός του χωριού, ενώ στη Συνέχεια
Ὁ ἐπικήδειος ποὺ ἐκφωνήθηκε στὴν κηδεία τοῦ Καραϊσκάκη.
Γεώργιος Αἰνιάν – Λόγος στὴν Κηδεία τοῦ Γ. Καραϊσκάκη
Ἀπό: Ἑκατονταετηρὶς τοῦ στρατάρχου Γεωργίου Καραΐσκάκη 1827-1927, Κωνστ. Ράδου (ἐπιμ.), Ἐκδ. Γρυπαετός, Ἀθῆναι 1927.
Ἡ κηδεία τοῦ Καραϊσκάκη
Ὁ Καραϊσκάκης ἐκηδεύθη τὴν ἑπομένην τοῦ θανάτου του ἐν Σαλαμῖνι, κατὰ ῥητὴν παραγγελίαν του. Ἡ κηδεία του ὑπῆρξε πάνδημος, ἐτελέθη δὲ ἐν βαθυτάτῃ συγκινήσει. Λόγον ἐπικήδειον ἐξεφώνησεν ὁ Γεώργιος Αἰνιάν, ἀδελφὸς τοῦ Δ. Αἰνιᾶνος, γραμματέως καὶ βιογράφου τοῦ Καραϊσκάκη. Ὁ λόγος οὗτος εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀρχείῳ τῶν χειρογράφων τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης ὅθεν καὶ παρελάβομεν αὐτόν.
«Φωνὴ ἐν Ραμὰ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς, Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς καὶ οὐκ ἤθελε παραμυθῆναι».
Ἕλληνες!
Τί εἶναι αὐτὴ ἡ σκυθρωπότης ὅπου εἶναι ἐζωγραφισμένη εἰς τὰ πρόσωπά σας; τί σημαίνουν αὐτοὶ οἱ διακεκομμένοι ἦχοι τῆς βαρυφθόγγου καμπάνας καὶ αὐταὶ αἱ μελαναὶ καὶ πένθιμοι στολαὶ εἰς τοὺς δρόμους; τί τρέχουν τεθορυβημένοι ἄνδρες, γυναῖκες καὶ μικρὰ παιδιά; Ὁ Καραϊσκάκης ἀπέθανε. Τοῦτο ἦταν ἡ θλίψις τῶν ἀνδρῶν, τοῦτο ὁ ὀδυρμὸς τῶν γυναικῶν, τοῦτο ὁ στεναγμὸς τῶν μικρῶν παιδίων, τοῦτο τὸ κοινὸν πένθος τῶν Ἑλλήνων.
Δίκαιον ἔχει ὁ λαὸς νὰ κάμῃ νὰ ἀντηχῇ εἰς τὴν πόλιν τῆς Σαλαμῖνος θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· δίκαιον εἶναι νὰ κλαίῃ ἡ Ἑλλὰς ὡς ἄλλη Ῥαχὴλ τὸ τέκνον της, τὸν γνήσιον υἱόν της, ἐπειδή, δὲν ἔχει πολλοὺς τούτους κάρρονας.
Ὁ ἀξιοθαύμαστος οὗτος ἀνὴρ—ἀποσιωπῶμεν τὰς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος ἐπισήμους ἀνδραγαθίας του—, μόλις εἶδεν ἠνεωγμένον τῆς ἑλληνικῆς ἐλευθερίας τὸ στάδιον, καὶ ἰδοὺ παρουσιάζεται ὡς Συνέχεια


