
Ἐφ’ ὅσον σὲ θέλει, ἐὰν σὲ θέλῃ (πού μεταξύ μας, γιατί νά μή σέ θέλῃ) καί ὁ (ὀ)Μπάμ(ι)α(ς), σοῦ ἔφεξε…
Κι ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε Ἀλέξη, ἐὰν ἀληθεύῃ τὸ παρακάτω, τότε καλό μου ἔφθασε ἡ στιγμή σου!
Δὲν ξέρεις μὲ πόση λαχτάρα τὴν περίμενα!
Ἀλήθεια σοῦ λέω!
Δὲν μπορεῖς νὰ φαντασθῇς μὲ πόσην λαχτάρα!
Γιατί;
Διότι βρὲ Ἀλέξη ξέρω…
Κι ἐπεὶ δὴ ξέρω, ἀναμένω νὰ αὐτοκαταστραφῇς…
Διότι Ἀλέξη μου θὰ τὸ πάθῃς κι αὐτό! Συνέχεια


Ἐμεῖς πληρώνουμε, ἐμεῖς ἔχουμε τὰ κουδουνισμένα στὴν διαχείρισι, ἐμεῖς εἴμαστε τὰ θύματα αὐτῆς τῆς ἱστορίας, ἐμεῖς πρέπει νὰ βγάλουμε τὸ φίδι ἀπὸ τὴν τρύπα, ἐμεῖς νὰ ἀναζητήσουμε τὰ «πῶς καὶ τὰ γιατί», ἐμεῖς νὰ ἐξετάσουμε, νὰ ἐρευνήσουμε, νὰ τιμωρήσουμε, νὰ ἀποφασίσουμε ἐὰν θὰ πληρώσουμε, πόσα καὶ σὲ ποιούς…