Τὸ πραγματικὸ τέλος τοῦ Ἀθανασίου Διάκου.

Το πραγματικό τέλος του Αθανασίου Διάκου
(του Ευθύμιου Χριστόπουλου, εκπ/κού-δημοσιογράφου)

Το καλοκαίρι του 1947 ως μαθητής της Β’ τάξης της Εκκλησιαστικής Σχολής Λαμίας, δέχτηκα την παρακίνηση του αείμνηστου Διευθυντού της Δημητρίου Κρικέλα να συγκεντρώσω πληροφορίες από γέρους Λαμιώτες που τις είχαν από τους πατεράδες τους, για ποιο ήταν το πραγματικό τέλος του Αθανασίου Διάκου. Ταξι­νομώντας αυτές που συγκέντρωσα, είδα ότι τέσσερες ήταν ακριβώς ίδιες, αν και προέρχονταν από γερόντια που ζού­σαν σε διαφορετικά σημεία της Λαμίας ο καθένας, και μάλιστα ένας παππούς ήταν απ’ τη Ροδίτσα.

Συνέχεια →

Ἡ Λουΐζα Ῥιανκοῦρ.

Οἱ φιλέλληνες, ὅταν ἦσαν πραγματικοὶ φιλέλληνες, μόνον καλὸ ἔκαναν στὸν τόπο.
Ἐπισήμως πάντα, μία ἀπὸ αὐτοὺς ἡ κόμισσα Λουΐζα Ῥιανκοῦρ ποὺ οὐσιαστικῶς ἔζησε στὴν χώρα μας, ἀφιερώνοντάς της, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀγάπη  της κι ἕνα σημαντικὸ τμῆμα τῆς περιουσίας της, σὲ δωρεές.
Πρὸς τιμήν της ὑπάρχει ἀκόμη ἕνας δρόμος σήμερα ποὺ φέρει τὸ ὄνομά της.

Συνέχεια →

Σμύρνη, τὸ μεγαλύτερο σύμβολο τῆς προδοσίας.

Μπορῶ νὰ γράφω καὶ νὰ διαβάζω γιὰ ἀτελείωτες ὧρες, σὲ ὅ,τι ἀφορᾷ στὴν Μικρὰ Ἀσία, τὸν Πόντο καὶ τὴν κλεμμένη Ἑλλάδα. Μία Ἑλλάδα ποὺ τελικῶς οὐδέποτε ἔπαψε νὰὑπάρχῃ, κάτω ἀπὸ οἱεσδήποτε συνθῆκες, ἀλλὰ κάθε φορὰ προσηρμόζετο, ἀναλόγως τοῦ βαρβάρου ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ. (Ὅ,τι δῆλα δὴ κάνει καὶ τώρα….!!! Κι ἐκεῖ κι ἐδῶ!!!)
Θυμ
ᾶμαι λοιπὸν νὰ μοῦ λέῃ ἡ γιαγιὰ ἡ Πολυξένη, παιδάκι ἐγὼ τότε, πὼς ἦλθαν κουρελιασμένοι, ξεβράκωτοι, πεινασμένοι, ἐξαθλιωμένοι. Πὼς στὰ χωριά τους δὲν ἦταν πλούσιοι ἀλλὰ ἦταν ἄρχοντες. Δῆλα δὴ ὁ καθεὶς εἶχε τὸν τρόπο του καὶ δὲν Συνέχεια →

Ἡ εἰκόνα ἀπὸ τὸ κελλὶ τοῦ Γέρου μας.

Ἔχετε ἀνεβῇ ἔως ἐκεῖ;
Μικρὴ ἤμουν ὅταν πῆγα. Καὶ δὲν θέλησα ΠΟΤΕ νὰ ξαναπάω…
Σκοτάδια, ἀσφυξία, βρῶμα…
Κι ἐκεῖ μέσα εἶχαν κλεισμένο τὸν ἀρχιστράτηγο…
Ποιοί; Οἱ Βαυαροί, μὲ τὴν ὑψηλὴ σιωπὴ κι ἀνοχὴ τοῦ Ὄθωνος.
Οὐδέποτε θέλω ἄλλος Ἕλλην νὰ ζήσῃ ξανὰ σὲ κελλί!
Συνέχεια →

Ἴστρος, ἡ ἑλληνικὴ πόλις τῆς Ῥουμανίας.

Στὴν Ἴστρο εἶχα πάει πρὸ μερικῶν ἐτῶν, κατὰ τὴν διάρκεια ἑνὸς ταξειδιοῦ μου στὸν Εὔξεινο Πόντο.
Ἦταν μία ἡμέρα ἡλιόλουστος, ἄν καὶ τὴν προηγουμένη, κατὰ τὰ λεγόμενα τῶν ξεναγῶν, τὸ χιόνι δὲν σταματοῦσε νὰ πέφτῃ. Ἦταν φαίνεται ἔτσι φτιαγμένη ἡ ἡμερα, πρὸ κειμένου νὰ ἀπολαύσουμε ἐμεῖς τὴν περιήγησι.

Συνέχεια →

Τραπεζίτες στὴ Θεσσαλονίκη τοῦ 1795…

Πῶς νὰ ἀλλάξῃ κάτι σὲ αὐτὸν τὸν τὸπο… σ΄αὐτὸν τὸν πλανήτη…

Τὸ χρῆμα εἶναι δύναμη. Εἶναι ἡ δύναμη ποὺ παραγράφει, ποὺ ἐξαφανίζει τὶς ἄσχημες πράξεις. Ποὺ σοῦ δίνει ἀσυλία καὶ σοῦ ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ νὰ συνεχίσῃς νὰ πράττῃς.

Ἡ διάσωση τῶν τραπεζῶν εἶναι ὅπως πάντα τὸ ζητούμενον. Σώζουν τὶς τράπεζες γιὰ νὰ σωθοῦν καὶ αὐτοί, σώζουν τὶς τράπεζες καὶ πνίγουν τὸν λαό. Καὶ δὲν εἶναι τωρινὸ αὐτό…

Καὶ ὅπως πάντα, οἱ τραπεζίτες εἶναι συγκεκριμένης φυλῆς.

Ἔτος: 1795.

Τόπος: τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη.

Συνέχεια →