Διασωθέντες τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ Δ.Σ.Ε.

Ἡ ἱστορία τῆς ἀπανθρώπου μεταχειρίσεως τῶν αἰχμαλώτων στρατιωτῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ τὸ 1946-49 ἀπὸ τὸ ΚΚΕ!

Ἄλλη μία πτυχὴ τοῦ «ἠθικοῦ πλεονεκτήματος» τῆς Ἀριστερᾶς!

Μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ χρόνια αἰχμαλωσίας καὶ καταναγκαστικῶν ἔργων στὴν Ἀλβανία οἱ Ἕλληνες φιλοῦν τὸ χῶμα τῆς πατρίδος, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή τους. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄγνωστη ἱστορία τους

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἐπανόδου τῶν πρώτων αἰχαμαλώτων ἀπὸ τὴν Ἀλβανία τὴν 24ην Αὐγούστου 1956 (ἰδὲ φωτογραφία στὴν προβλῆτα τοῦ Πειραιῶς, ποὺ φιλοῦν τὸ χῶμα τῆς πατρίδος).
Σχετικὸ κείμενο γιὰ αὐτὸ τὸ δραματικὸ γεγονὸς στὸ πέρας τῆς δημοσιεύσεως.

Πρώτα παραθέτω μέρος τῆς Εἰσαγωγῆς τοῦ πρώτου βιβλίου μου –«Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ»- τὸ ὁποῖον, ὅπως περιγράφω, προῆλθε ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν ἀνάδειξη ἐκ μέρους μου τοῦ θέματος τῶν αἰχμαλώτων στρατιωτῶν τοῦ λεγομένου ΔΣΕ τὸ 2002 σὲ ἐφημερίδα τοῦ Μόντρεαλ.

(«Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ, Ἡ Ἱστορία τῆς Εἰρήνης Δαμοπούλου ἀπὸ τὸ Παιδομάζωμα»)

«Εἰσαγωγὴ

Σὲ μίαν ἐπιστολή μου, ποὺ ἐδημοσιεύθη στὴν ἑλληνόφωνο ἐφημερίδα «Ἑλληνοκαναδικὸ Βῆμα» τοῦ Μόντρεαλ τὸν Μάιο τοῦ 2002 ἀνεφέρθην, μεταξὺ ἄλλων, καὶ στοὺς Ἕλληνες στρατιῶτες ποὺ ἐπιάσθησαν αἰχμάλωτοι τοῦ αὐτοαποκαλουμένου «Δημοκρατικοῦ Στρατοῦ Ἑλλάδος» (ΔΣΕ) στὴν διάρκεια τῆς κομμουνιστικῆς ἐξεγέρσεως τοῦ 1946-49. Ὅπως περιγράφετο στὴν ἐπιστολὴ ἐκείνην, στοὺς στρατιῶτες τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ ποὺ εἶχαν τὴν ἀτυχία νὰ πιασθοῦν αἰχμάλωτοι ἀπὸ τὸν ΔΣΕ, ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία νὰ ἀποκηρύξουν τὸν ὅρκο τους στὴν πατρίδα καὶ στὸν Ἑλληνικὸ Στρατὸ καὶ νὰ προσχωρήσουν στὶς τάξεις τῶν κομμουνιστῶν ἀνταρτῶν.

Ἐνας σημαντικὸς ἀριθμὸς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἠρνήθησαν νὰ ἀλλάξουν πλευρὰ καὶ νὰ πολεμήσουν στὸ πλευρὸ τῶν ἀνταρτῶν, μετεφέρθησαν σὲ πρόχειρα στρατόπεδα, οἱ περισσότεροι στὴν Ἀλβανία ἀλλὰ ἀρκετοὶ καὶ στὴν Βουλγαρία, ὅπου ἐκρατήθησαν κάτω ἀπὸ πραγματικὰ ἀπάνθρωπες συνθῆκες στερήσεων, καταναγκαστικῶν ἔργων καὶ βασανιστηρίων. Σημειωτέον ὅτι οἱ φύλακες τῶν στρατοπέδων αὐτῶν καὶ οἱ βασανιστὲς τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν δὲ ἦσταν Ἀλβανοὶ ἢ Βούλγαροι ἀλλὰ Ἕλληνες κομμουνιστὲς ἐξ Ἑλλάδος. Ἄλλοι ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους καί, κυρίως οἱ ἀξιωματικοί, εἶχαν ἀκόμη πιὸ τραγικὴ τύχη, ἀφοῦ εἴτε ἐδολοφονήθησαν ἀμέσως μετὰ τὴν σύλληψή τους ἣ ἀργότερα, ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς πλησίαζε τὶς θέσεις ποὺ κατεῖχε ὁ ΔΣΕ καὶ οἱ κομμουνιστὲς ἀντάρτες ἤθελαν νὰ ἀποτρέψουν τὴν ἀπελευθέρωσή τους. (Βλέπε: [1], [2], [3]).

Ἕνα παράδειγμα: ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Νικῆτα Ἀγαπητίδου ([3]) ὅταν περιγράφει τὴν ὑποχώρηση τῶν ἀνταρτῶν πρὸς τὴν Ἀλβανία τις τελευταῖες ἡμέρες τοῦ Αὐγούστου 1949:

[…]…τὸ ἀπόγευμα συναντήσαμε τὴν φάλαγγα τῶν κρατουμένων καὶ εἶδα τὸν νοσοκόμο τῆς Πυρσόγιαννης Προκόπη Γκάγκαλη καὶ τὸν φοιτητὴ τῆς Ἰατρικῆς Γιάννη Πολιᾶ ἀπὸ τὴν Κῶ. Δὲν μπορέσαμε νὰ μιλήσουμε, ἀλλὰ οἱ ματιές μας ἔλεγαν πολλά. Ποιὸς νὰ ἤξερε, ὅτι θὰ ἦταν ἡ τελευταία τους ἡμέρα…. Καὶ οἱ δύο τὴν ἑπομένη ἢ τὴν βραδυὰ ἐκείνη τῆς 27ης Αὐγούστου ἐτουφεκίσθησαν ἀπὸ τοὺς ἀντάρτες γιατὶ πίστευαν στὰ ἰδανικὰ τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Τὸ ἔμαθα ἀργότερα. Ἂς εἶναι αἰωνία τουςἡ μνήμη. Ἦσαν πραγματικὰ παλληκάρια…[…].

Ἀργότερα, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἐπιζῶντες αἰχμαλώτους στρατιῶτες στὴν Ἀλβανία μετεφέρθησαν σὲ ἄλλες χῶρες τοῦ κομμουνιστικοῦ Παραπετάσματος (Ῥουμανία, Οὐγγαρία, Σοβιετικὴ Ἕνωσις, Πολωνία, Ἀνατολικὴ Γερμανία κλπ). Ἡ ζωὴ ποὺ πέρασαν καὶ ἡ μεταχείρισις ποὺτοὺς ἐπεφυλάχθη ἐκεῖ, ὅπως καὶ στὴν Ἀλβανία, ἐξαρτᾶτο ἀπὸ τὴν προθυμία τους νὰ δεχθοῦν, τοὐλάχιστον ἐξωτερικὰ καὶ σὲ κάποιον βαθμό, τὴν κομμουνιστικὴ διαπαιδαγώγιση καὶ τὴν «γενιτσαροποίησή» τους.

Σὲ ὅσους στρατιῶτες ἔδειχναν «προσαρμογή» καὶ ὑπακοὴ στὸ ΚΚΕ ἐδίδετο κάποια ἐλευθερία ἐργασίας, ἀκόμη καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ στρατόπεδα καί, ἡ ζωή τους, στὴν πολύχρονο αἰχμαλωσία, ἐγίνετο κάπως ἀνεκτή.  Ὅσοι ὅμως ἐπέμεναν νὰ ἀρνῶνται νὰ ὑποταχθοὺν στοὺς δεσμῶτες τους καὶ τὶς ἐπιθυμίες τοὺς, περιεφέροντο γιὰ πολλὰ χρόνια μεταξὺ φυλακῶν καὶ ἀθλίων στρατοπέδων καταναγκαστικῶν ἔργων.

Σὲ πολλούς, ποὺ οἱ δεσμῶτες τους εἶχαν κατατάξῃ σὰν ἰδιαίτερα «ἀντιδραστικούς», προφανῶς διότι δὲν ἔδειχναν σημάδια ὑποταγῆς, οὐδέποτε ἐπετράπη νὰ ἀλληλογραφήσουν μὲ τις οἰκογένειές τους μέσῳ τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, παραβαίνοντας ἔτσι κάθε κανόνα ἐμπολέμου ἀλλὰ καὶ ἀνθρωπίνου συμπεριφορᾶς.

Ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἐπέζησαν ἀπὸ τὶς κακουχίες καὶ τὰ καταναγκαστικὰ ἔργα, πολλοὶ ἐπέστρεψαν στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν Ἀλβανία καὶ τὶς ἄλλες Ἀνατολικὲς Χῶρες πρὸς τὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 50. Γιὰ πολλοὺς εἶναι γνωστὸν ὅτι πέθαναν ἐκεῖ, ἀπὸ τὶς μαρτυρίες συναδέλφων καὶ φίλων τους ποὺ ἐπέζησαν καὶ ἐπέστρεψαν στὴν Ἑλλάδα. Πολλῶν ἄλλων ἡ τύχη ἀγνοεῖται παντελῶς.

O Γιῶργος Δ. Γκαγκούλιας ([4]), δίδει μίαν προσωπικὴ μαρτυρία, γιὰ τὸ θέμα, ἀπὸ τὴν περίοδο ποὺ ὁ ἴδιος, καῖτοι πρῴην ἀγωνιστὴς καὶ στέλεχος τοῦ λεγομένου ΔΣΕ, εὑρέθη κατάδικος στὸ νησὶ τῆς Βουλγαρίας Μπέλενε στὸν Δούναβη. Τὸ νησὶ αὐτὸ ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ χειρώτερα κολαστήρια καταναγκαστικῶν ἔργων στὸ κομμουνιστικὸ παραπέτασμα. Ἰδοῦ τὶ μᾶς λέγει ὁ Γ. Γκαγκούλιας:

«…Εἶχαν περάσῃ μερικοὶ μῆνες καὶ στὸ στρατόπεδό μας ἦλθαν ἄλλοι τρεῖς Ἕλληνες. Ἕνας φαντάρος, ὁ Πᾶνος Μαστορακάκης, Κρητικὸς αἰχμάλωτος τοῦ ΔΣΕ (ἡ ὑπογράμμισις δική μου), καὶ δύο νεαροὶ ἀπὸ τὴν Μάνθεια Ἕβρου, ὁ Ἄγγελος Χατζηγεωργιτίδης καὶ ὁ Κώστας Κολομπρατσίδης. Τὰ παιδιὰ αὐτὰ (προφανῶς ἐννοεῖ τὰ δύο τελευταῖα) εἶχαν βγῇ μὲ τὰ ζῷα τους νὰ κόψουν ξῦλα στὸ βουνό, ἔπεσαν σὲ μίαν ὁμάδα ἀνταρτῶν κι αὐτοὶ τοὺς ὁδήγησαν στὴν διοίκηση.  Ἡ διοίκησις δὲν τοὺς ἄφησε νὰ ἐπιστρέψουν στὰ σπίτια τους, δεδομένου ὅτι ὁ ΔΣΕ εὑρίσκετο στὸ τέλος του, ἀλλὰ τοὺς ἔστειλε στὴν Βουλγαρία. Ὕστερα ἀπὸ λίγο χρόνο στὴν φυλακὴ τοὺς ἔστειλαν στὸ Μπέλενε.

Ἦλθαν σὰν τρομαγμένα πουλιά. Τὸ βασικὸ γι’ αὐτοὺς ἦταν πὼς ἦσαν νέοι καὶ μποροῦσαν ν’ ἀντιμετωπίσουν πιὸ εὔκολα τὶς δυσκολίες. Κι αὐτὸ τὸ λέω γιατὶ δύο ἄλλοι, ποὺ ἦσαν κι αὐτοὶ Ἕλληνες αἰχμάλωτοι, ἀλλὰ πιὸ ἠλικιωμένοι, πέθαναν κι οἱ δύο. Κάποιος Λάζαρος ἀπὸ τὴν περιοχὴ Σεῤῥῶν, οὐσιαστικὰ εἶχε παγώσῃ ἀπὸ τὸ κρύο καὶ ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ πέθανε. Ἕνας ἄλλος, κι αὐτὸς ἀπὸ τὴν περιοχὴ Σεῤῥῶν, ποὺ ἔτρωγε νεροφίδια, ἀφοῦ τὰ ἔψηνε, τελικὰ κι αὐτὸς πέθανε ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὶς κακουχίες. Οἱ ἄλλοι συνάδελφοι κρατούμενοι μᾶς εἶχαν πῇ, πὼς ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς δύο, ἄλλοι ἀκόμη ἕξι Ἕλληνες κρατούμενοι εἶχαν πεθάνῃ στὸ νησί. Ἀπὸ τὸ νησὶ αὐτὸ εἶχαν περάσῃ 80 περίπου Ἕλληνες αἰχμάλωτοι. Τοὺς ὁποίους ὅμως ἐμεὶς δὲν προλάβαμε. Τελικά, οἱ ἐπιζήσαντες, ὅταν τὸ 1954 εἶχε ἔλθῃ στὴν Σόφια ἡ Ἑλληνικὴ Πρεσβεία, ὅλοι αὐτοὶ ἔφυγαν στὴν Ἑλλάδα, ὕστερα ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες…. (ἡ ὑπογράμμισις δική μου)».

Δὲν μπορῶ ἐδῶ νὰ μὴν παρατηρήσω, γιατὶ ἀκόμη καὶ σήμερα, τὸ 2005, ἡ παράταξις τῆς Ἀριστερᾶς καὶ οἱ ἠγέτες της, ποὺ ἔπαιρναν διὰ τῆς βίας ἀθῴα χωριατόπουλα καὶ τὰ ἔστελναν στὰ ἄθλια κάτεργα ξένων χωρῶν, δὲν ἀντιλαμβάνονται ὅτι κάποτε ὀφείλουν νὰ δώσουν γι’ αὐτὸ μίαν ἐξήγηση καὶ νὰ ζητήσουν κάποιαν συγγνώμη.!

Πέραν ἐκείνης πού, ἐπίσης, ὀφείλουν στοὺς παντελῶς ἀθῴους Ἕλληνες στρατιῶτες αἰχμαλώτους ποὺ μετέφεραν στὸ Παραπέτασμα, ποὺ τὸ μόνο τους ἁμάρτημα ἦταν ὅτι ὑπηρετοῦσαν τὴν ὑποχρεωτικὴ στρατιωτική τοτς θητεία.

Ὅταν μάλιστα συνεχίζουν νὰ παραπονῶνται γιὰ τὴν δημιουργία ἀπὸ τὶς ἑλληνικὲς κυβερνήσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τῶν στρατοπέδων στὴν Μακρόνησο καὶ ἀλλοῦ, στὰ ὁποῖα ἐκρατοῦντο μαχητὲς τῆς Ἀριστερᾶς.

Ἡ πλευρὰ αὐτὴ τῆς τριετοῦς ἀντιπαραθέσεως 1946-49, γιὰ τὸ ποιὰ τύχη εἶχαν καὶ τὶ ἀπέγιναν οἱ στρατιῶτες τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, ποὺ ἔπεσαν αἰχμάλωτοι στὰ χέρια τῶν ὁπλοφόρων τοῦ ΚΚΕ, ἀποσιωπήθη ἀπὸ ὄλες τὶς πλευρὲς γιὰ μισὸ αἰῶνα. Στὸ μεταξὺ πολλὴ συζήτηση ἐγίνετο, ἀλλὰ γίνεται ἀκόμη καὶ σήμερα, γιὰ τὶς χιλιάδες ἀντάρτες τοῦ κομματικοῦ στρατοῦ τοῦ ΚΚΕ, ποὺ ψευδεπίγραφα τὸν ἀποκαλοῦσαν Δημοκρατικὸ Στρατὸ τῆς Ἑλλάδος καὶ διέφυγαν στὸ Παραπέτασμα, ὅπου σύμφωνα μὲ τοὺς ἠγέτες τους παρέμεναν γιὰ δεκαετίες μὲ τὸ ὄπλο παρὰ πόδα». Αὐτὸς ὁ «Στρατὸς τῆς Ἑλλάδος» στὰ τέλη τοῦ 1946 εἶχε στὶς τάξεις τοῦ ἕξι ἐπίλεκτα τάγματα τοῦ ΝΟΦ, τῆς ὀργανώσεως τῶν Σλαυομακεδόνων Αὐτονομιστῶν Ἑλλάδος, ποὺ κατὰ τὰ ὑπουργεῖα ἐξωτερικῶν τῆς Μεγάλης Βρεταννίας καὶ τῆς Γαλλίας, ἦσαν νωρίτερα ἐντεταγμένα στὸν Γιουγκοσλαυικὸ Στρατὸ ([10], σελὶς 37).

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους στρατιῶτες τοῦ Στρατοῦ μας, τὸ ΚΚΕ εἶχε ἐπίσης μεταφέρῃ παράνομα στὶς χῶρες τοῦ κομμουνιστικοῦ Παραπετάσματος καὶ πολλὲς ἄλλες χιλιάδες ἀθῴους Ἕλληνες. Ἐκεῖ εἶχε προωθήσῃ τὰ 28,000 περίπου νεαρὰ Ἑλληνόπουλα, μεταξὺ 3-16 ἐτῶν, ποὺ πῆρε ἀπὸ τὶς οἰκογένειές τοὺς τὸ 1947-48 μὲ τὴν πολιτικὴ τοῦ Παιδομαζώματος. Ἐκεῖ κρατοῦσε γιὰ πολλὰ χρόνια παράνομα ὡς ὁμήρους καὶ χιλιάδες ἄλλους Ἕλληνες ὅλων τῶν ἡλικιῶν, κυρίως ἀπὸ τὶς ἀκριτικὲς περιοχὲς τῆς Ἑλλάδος, τὴν Ἤπειρο, τὴν Μακεδονία καὶ τὴν Θρᾴκη, σὰν τὰ δύο χωριατόπουλα τοῦ Ἔβρου, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ὁ Γιῶργος Γκαγκούλιας στὸ βιβλίο του.

Ἔνας τέτοιος ὅμηρος τοῦ ΚΚΕ ὑπῆρξε καὶ ἡ Εἰρήνη Δαμοπούλου ποὺ τώρα ζεῖ στὸ Μόντρεαλ τοῦ Καναδᾶ. Διάβασε τὴν ἐπιστολή μου στὴν ἑλληνόφωνο ἐφημερίδα τῆς πόλεως καί, μὲ δική της πρωτοβουλία, ἐζήτησε νὰ μὲ συναντήσῃ γιὰ νὰ μοῦ περιγράψῃ τὴν περιπέτειά της. Ἡ ἀναφορά μου στὰ στρατόπεδα αἰχμαλώτων τῆς Ἀλβανίας στὴν ἐπιστολή μου ξύπνησε στὸ μυαλό της μνῆμες τραγικές, ποὺ τὴν ἔκαναν νὰ ξαναζήσῃ μὲ κάθε λεπτομέρεια τὰ ἑπτὰ (7) μαῦρα χρόνια ποὺ ἐπέρασε καὶ αὐτὴ σὰν μικρὴ κοπέλλα, μαζὺ μὲ τὸν ἀδελφό της, τὴν χήρα μητέρα της, καθὼς καὶ ἄλλα μέλη τῆς οἰκογενείας της, ὅμηρος τῶν κομμουνιστῶν.

Ἡ ὁμηρία τῆς ἰδίας καὶ τῆς οἰκογενείας τῆς ξεκίνησε στὰ βουνὰ τῆς Καστοριᾶς καὶ συνεχίσθηκε σὲ τρισάθλια στρατόπεδα στὴν Ἀλβανία. Τελείωσε σὲ στρατόπεδο τῆς Ῥουμανίας, ποὺ εἶχε ὀργανωθῇ ἀπὸ τὸ ΚΚΕ, καὶ διευθύνετο ἀπὸ τὸν Λουλέ, μία πολὺ γνωστὴ προσωπικότητα τοῦ Κόμματος. Ἐκεῖ, ὅπως θὰ διαπιστώσῃ ὁ ἀναγνώστης, ἡ ὁμηρία πῆρε ἀκόμη πιὸ ἀπαίσια καὶ πιὸ ἀπάνθρωπο μορφή. Τελικά, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ τῆς Ἑλλάδος ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ τῆς Ῥουμανίας, μὰ καὶ τὴν ἐπιμονὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, μετὰ ἀπὸ ἀπίστευτες περιπέτειες, ἡ οἰκογένεια ἐπέστρεψε τμηματικὰ στὴν Ἑλλάδα.

Ἡ ἱστορία τῆς Εἰρήνης Δαμοπούλου καὶ τῶν ἄλλων ὁμήρων τοῦ ΚΚΕ, εἶναι τόσο δραματικὰ ἀντίθετος ἀπὸ τὶς διηγήσεις τῶν συγγραφέων τῆς ἀριστερᾶς, ποὺ ἀπεφάσισα ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ γνωστή. Ἔχουν γραφῇ πολλὰ βιβλία ἀπὸ συγγραφεῖς ποὺ ἔλαβαν οἱ ἴδιοι μέρος σὲ ἕναν ἢ περισσοτέρους Γύρους τῆς βιαίας ἀποπείρας καταλήψεως τῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὸ ΚΚΕ. Ποὺ ἦσαν αὐτόπτες μάρτυρες, καὶ πρωταγωνιστὲς πράξεων καὶ γεγονότων, σὰν καὶ αὐτὰ ποὺ περιγράφει ἡ ἡρωὶς τῆς ἱστορίας μας. Ὅμως, ὅλοι τους τὰ ἀποσιωποῦν τελείως καί, μάλιστα πολλοί, παρουσιάζονται τιμητὲς τῶν πάντων. Προσπαθοῦν νὰ μᾶς πείσουν –καὶ τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος φαίνεται ὅτι ἐν πολλοῖς τὸ ἔχουν ἐπιτύχῃ- ὅτι οἱ κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος τῆς ἐποχῆς, ὁ Ἑλληνικὸς Στρατός, ἡ τότε Χωροφυλακή, ὄλες οἱ κυβερνητικὲς ὑπηρεσίες, ἦσαν σκληρὲς καὶ ἀδίκησαν τοὺς ὀπαδοὺς τῆς Ἀριστερᾶς.

Πολλοὶ συγγραφεῖς τῆς Ἀριστερᾶς ἔζησαν σὰν πολιτικοὶ πρόσφυγες στὶς Κοινότητες τοῦ ΚΚΕ στὶς χῶρες τοῦ Παραπετάσματος, ἐν τούτοις προκλητικὰ οὐδέποτε ἀναφέρονται στὴν συμπεριφορὰ τῶν ἡγετῶν τῶν Κοινοτήτων αὐτῶν πρὸς ἐκείνους τοὺς ἀτυχεῖς ποὺ εἶχαν πάρῃ μαζύ τους βιαίως. Οἱ περισσότεροι ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς ἀναφέρονται λεπτομερῶς στὶς διαμάχες μεταξὺ τῶν ἡγετῶν τους, ἀλλὰ καὶ στὶς μεταξύ τους ἴντριγκες, ποὺ συχνὰ ἔπαιρναν μεγάλες διαστάσεις. Ἀγνοοῦν ὅμως ἐπιδεικτικὰ τὰ βάσανα τῶν ἀθῴων θυμάτων τους, σὰν τὰ παιδιὰ τοῦ Παιδομαζώματος, τοὺς αἰχμαλώτους στρατιῶτες, καὶ τοὺς ὁμήρους.

Προσωπικὰ ἕως τώρα ἤμουν μόνον ἀναγνώστης τῆς ἱστορίας, ἑλληνικῆς ἀλλὰ καὶ παγκοσμίου. Ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία τὸ ἐνδιαφέρον μου ἦταν πάντα ἐπικεντρωμένο σὲ τρεῖς περιόδους, τὸ Βυζάντιο, τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως στὸ διάστημα 1940-1950 μὲ τὸ Ἔπος τοῦ ’40, τὴν Κατοχή, καὶ τὴν ἐσωτερικὴ διαμάχη τοῦ 1946-49. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι μεγάλο ῥόλο ἔπαιξαν σὲ αὐτὸ –στὸ ἐνδιαφέρον μου γιὰ τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς καὶ αὐτῶν ποὺ ἐπηκολούθησαν τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τοὺς Γερμανούς- οἱ διηγήσεις τῆς μητέρας μου Ἑλένης, ὅταν μεγάλωνα στοὺς Γαργαλιάνους Μεσσηνίας.

Ἕνα χρόνο πρὶν νὰ γεννηθῶ, ἡ πόλις τῶν Γαργαλιάνων, ὅπου εἶχε ἐγκατασταθῇ ἡ οἰκογένειά μου μετὰ ἀπὸ μετακίνηση ἀπὸ τὸ Καράτουλα τῆς Μεγαλοπόλεως, εἶχε δοκιμάσῃ τὸ μαχαίρι καὶ τὴν φωτιὰ τοῦ Ἄρη Βελουχιώτου (Θανάση Κλάρα) καὶ τῶν «παλληκαριῶν» τοῦ ΕΛΑΣ. Τὸν μῆνα Σεπτέμβριο τοῦ 1944, ἐνῶ οἱ Γερμανοὶ ἀπέσυραν σχεδὸν ἀνενόχλητοι πρὸς βοῤῥὰν τὶς σχετικὰ ἰσχυρὲς στρατιωτικές τους δυνάμεις, ἀπὸ τὶς παράκτιες περιοχὲς τῆς Νοτίου Πελοποννήσου, οἱ δυνάμεις τοῦ ΕΛΑΣ, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Ἄρη, κατευθύνοντο πρὸς νότον, γιὰ νὰ λύσουν τὶς διαφορές τους μὲ τοὺς ἐσωτερικούς τους πολιτικοὺς ἀντιπάλους.

Στὴν πόλη τῶν Γαργαλιάνων, ὁ Ἄρης, ὅταν τὴν «κατέλαβε»μετὰ ἀπὸ μάχη μὲ μονάδα τῶν Ταγμάτων Ἀσφαλείας, ἔδωσε στοὺς ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ μίαν ἀπαισία διαταγή:

«Συναγωνιστές, οἰκονομία στὶς σφαῖρες! Μαχαίρι!».

Τὸ γεγονὸς ὅτι μία τέτοια διαταγὴ ἐδόθη ἀπὸ τὸν Ἄρη στοὺς Γαργαλιάνους τὸ παραδέχεται καὶ ἕνας ἐκ τῶν πλέον πλησιεστέρων συνεργατῶν του, ποὺ ἦταν παρών ἐκεῖ, ὁ «Πάτερ Ἀνυπόμονος», στὸ βιβλίο του ([5], σελίδα 278). Βέβαια, ὁ Πάτερ Ἀνυπόμονος προσπαθεῖ νὰ μετριάσῃ τὴν σημασία τῆς διαταγῆς, γιὰ τὴν μορφὴ καὶ τὴν φήμη τοῦ ἀρχηγοῦ του, λέγοντας ὅτι ἡ παραπάνω δολοφονικὴ διαταγὴ τοῦ Ἄρη ἐδόθη στὸ πεδίον τῆς μάχης, ποὺ ἐπροηγήθη. Δὲν μπαίνει ὅμως διόλου στὸν κόπο νὰ ἐξηγήσῃ τὸν τρόπο που οἱ ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ θὰ πλησίαζαν τοὺς ταγματασφαλίτες στὸ πεδίο τῆς μάχης, ὥστε νὰ τοὺς σφάξουν!

Οἱ διηγήσεις τῆς μητέρας μου, ποὺ ἔζησε τὴν Κατοχὴ καὶ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς στοὺς Γαργαλιάνους, ἀλλὰ καὶ ποὺ ἦταν αὐτόπτης μάρτυς αὐτῶν τῶν γεγονότων, μὰ καὶ ὅσων ἐπηκολούθησαν, μοῦ ἔχουν ἀφήσῃ ἀνεξίτηλες ἐντυπώσεις.

Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ ἀνήκει στὴν Εἰρήνη Δαμοπούλου. Τὴν ἱστορία της τὴν ἐμαγνητοφώνησα ἀπὸ τὸ στόμα της σὲ μακρὰ συνάντηση ποὺ εἴχαμε στὸ Μόντρεαλ τὴν 23ην Ἰουνίου, 2002».

Ἐδῶ μπορεῖτε νὰ δεῖτε περισσότερα, ἀναφορικῶς μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν ἀπὸ τὰ ὑπάνθρωπα καὶ φρικτὰ στρατόπεδα τοῦ ΚΚΕ, στὶς χῶρες τοῦ Παραπετάσματος.

Κωνσταντῖνος Σπυρ. Πατσόπουλος. Ἀπὸ τὸν Γράμμο, αἰχμάλωτος στὴν Ἀλβανία.
Ἀπέθανε πλήρης ἡμερῶν, στὶς 25 Αὐγούστου τοῦ 2017

Ἕνας ἀπὸ τοὺς λίγους στρατιῶτες τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι παρὰ τὴν ἀτυχία τους νὰ συλληφθοῦν αἰχμάλωτοι τοῦ λεγομένου ΔΣΕ, ἦσαν διπλᾶ τυχεροὶ στὴν συνέχεια. Πρῶτον, δὲν ἐξετελέσθησαν, ἀλλὰ μετεφέρθησαν ὡς αἰχμάλωτοι στὴν Ἀλβανία, καὶ ἐκεῖ κατόρθωσαν νὰ παραμείνουν ζωντανοὶ μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς ἐπιστροφῆς τους στὴν Πατρίδα.

Εἶναι ἰδιαιτέρα ἡ ἰκανοποίησις ποὺ νοιώθω, ὅταν μία δημοσίευσίς μου γίνεται ἀφορμὴ νὰ γίνῃ γνωστὴ μία προσωπικὴ ἱστορία ἢ νὰ ἐπιβεβαιωθῇ κάποια ἅλλη. Αὐτὸ ἔγινε καὶ μὲ τὴν παραπάνω, ἀρχική μου δημοσίευση (τῆς 23ης Αὐγούστου 2017) γιὰ τοὺς αἰχμαλώτους στρατιῶτες τοῦ λεγομένου ΔΣΕ, κυρίως στὴν Ἀλβανία.
Πρῶτον λοιπὸν, ἔμαθα ὅτι δύο Θρακιῶτες, ποὺ ἀναφέρονται παραπάνω ὅτι ἦσαν αἰχμάλωτοι στὸ νησὶ Μπέλλενε τοῦ Δουνάβεως, ἐπέζησαν καὶ ἐπέστρεψαν στὰ σπίτια τους.
Μετὰ ὅμως, ἔνας ἀριθμὸς φίλων καὶ μή, ποὺ διάβασαν τὸ δημοσίευμά μου, ἐπικοινώνησαν μαζύ μου, ἐρωτώντας γιὰ συγκεκριμένα πρόσωπα, ἀλλὰ καὶ τρεῖς ἄλλοι γιὰ νὰ μοῦ ποῦν γιὰ τὴν περιπέτεια δικῶν τους ἀνθρώπων στὴν Ἀλβανία. 

Ἔνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους αὐτοὺς Ἕλληνες αἰχμαλώτους ἦταν ὁ στρατιώτης Κωνσταντῖνος Πατσόπουλος ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο. Εἶχε καταταγῇ τὸ 1946, καὶ ὅταν αἰχμαλωτίσθη, λίγο πρὶν τὸ τέλος, τὸν Αὔγουστο τοῦ 1949 στὸν Γράμμο, πολεμοῦσε τοὺς ἀντάρτες σχεδὸν γιὰ τρία (3) ὁλόκληρα χρόνια. Ἦταν δηλαδὴ παλαίμαχος μὲ σῆμα 5 ἢ 6 ἑξαμήνων στὸ χιτώνιό του. Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1948, στην πρώτη κατάληψη τοῦ Γράμμου ἀπὸ τὸ τάγμα τοῦ Γεωργίου Κουμανάκου (μετέπειτα ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐκστρατευτικοῦ Σώματος στὴν Κορέα, ἀλλὰ καὶ ἀργότερα ἀκτιβιστοῦ ὑπὲρ τῆς εἰρήνης), ἦταν μαζύ του στὴν πρώτη γραμμή, ὡς χειριστὴς ὁπλοπολυβόλου κι ἐτραυματίσθησαν καὶ οἱ δύο ἐλαφρῶς ἀπὸ βλῆμα ὅλμου.

Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1949 πολεμοῦσε στὸν Γράμμο καί, στὶς 4 Αὐγούστου τὴν νύκατα, ἐνᾦ ἦταν προωθημένος σὲ ἕνα ἀντέρεισμα, μόνον μὲ τὸν γεμιστὴ τοῦ ὀπλοπολυβόλου, δὲν ἄκουσαν τὴν διαταγὴ ὑποχωρήσεως καὶ παρέμειναν ἀπομονωμένοι. Ὅταν σὲ κάποια στιγμὴ ἀντελήφθησαν ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἐπλησίαζαν ἦσαν ἀντάρτες καὶ θὰ συλλαμβάνοντο, ἐπρόλαβε κι ἀφῄρεσε ἀπὸ τὸ χιτώνιό του τὸ σῆμα μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἑξαμήνων στὸ μέτωπο, γιατὶ ἂν τὸ εὕρισκαν οἱ ἀντάρτες ἐσήμαινε σίγουρη ἐπὶ τόπου ἐκτέλεση.

Στὴν Ἀλβανία ἔμεινε αἰχμάλωτος γιὰ ὀκτὼ (8) χρόνια. Ἡ πεῖνα ποὺ τράβηξαν ἦταν τόσο ἀφόρητος, ποὺ τοὺς ἐτύφλωνε. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐπέστρεψε 45 κιλά, ἄνδρας ὕψους 1, 75. Εἶδε δύο αἰχμαλώτους συναδέλφους του νὰ πέφτουν σὲ χείμαῤῥο καὶ νὰ παρασύρονται στὸν θάνατο, γιατὶ ἕναν κορμὸ δένδρου ποὺ κατέβαζε ὁ χείμαῤῥος τὸν ἐνόμισαν γιὰ …ψωμί! Ἐκοιμοῦντο ἐπάνω σὲ ἄχυρα, στρωμένα σὲ ξῦλα, χωρὶς κάποιαν θέρμανση τὸν χειμῶνα. Ἡ μεταχείρισίς τους ἀπὸ τοὺς Ἀλβανοὺς ἦταν ἰδιαιτέρως σκληρὴ τὰ πρῶτα ἕξη (6) χρόνια, ὅταν ἡ Ἀλβανία δὲν ἦταν ἀκόμη μέλος τοῦ ΟΗΕ, καὶ δὲν ἐπέτρεπε σὲ κάποιον νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς αἰχμαλώτους, οὔτε στὸν Ἐρυθρὸ Σταυρό.

Ὁ Κωνσταντῖνος ἐπέστρεψε μὲ τὴν δευτέρα ὁμάδα αἰχμαλώτων ποὺ ἀπηλευθέρωσε ἡ Ἀλβανία. Βέβαια, ἡ ἀτυχία του ἐξηκολούθησε, σὲ ὅλην τὴν ὑπόλοιπο ζωή του, διότι οἱ ἱστορίες ποὺ ἐδιηγεῖτο γιὰ τὰ ὅσα εἶδε καὶ ἐπέρασε, λοιδοροῦντο ἀπὸ τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του, ποὺ ἦσαν φανατικοὶ θαυμαστὲς τοῦ Χότζα.

Λίγα λόγια γιὰ ὅλους τοὺς αἰχμαλώτους ποὺ ἐπέστρεψαν

«Τὶ ἔγιναν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μετά; Ὀργανώθησαν σὲ ἕναν σύλλογο ἐπαναπατρισθέντων, «Ἡ Ἀνάστασις», μὲ σκοπὸ νὰ τύχουν μιᾶς χαμηλῆς ἀποζημιώσεως, ὥστε νὰ ξεκινήσουν ξανὰ τὴν ζωή τους. Ἡ μόνη βοήθεια ποὺ ἔτυχαν ἦσαν 300 δραχμὲς ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸ Ἐρυθρὸ Σταυρὸ καὶ μία …κουβέρτα ἀπὸ τὸ Κράτος. Ἀντίστοιχα οἱ στρατιῶτες ποὺ εἶχαν αἰχμαλωτισθῇ ἀποζημιώθησαν μὲ 20 δραχμὲς καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ μὲ 1.200. (Ἐθεωρήθη ὅτι ὑπηρετοῦσαν γιὰ δεκαπέντε ἡμέρες, ἀπὸ ὅταν ἐπέστρεψαν καὶ ἔως τὴν στιγμὴ ποὺ ἀπελύθησαν).  

Οὔτε μία ἠθικὴ ἐπιβράβευσις γιὰ ὁρισμένους ποὺ ἐδεινοπάθησαν, δὲν ἐκατορθώθη.
Ἡ Πατρὶς ἐφάνη πολὺ φειδωλή. Ἔδωσε μόνον τὸ δικαίωμα σὲ ὅλους, ὅσους ἦσαν ἄῤῤωστοι ἢ ἀνάπηροι, νὰ παρουσιασθοῦν σὲ Ἐπιτροπὲς γιὰ νὰ νοσηλευθοῦν ἢ νὰ συνταξιοδοτηθοῦν. Πρᾶγμα βέβαια ποὺ ἔγινε. Στοὺς «ὑγιεῖς», γιὰ τὰ τόσα χρόνια, μόνον ὁ μισθὸς τῶν δεκαπέντε ἡμερῶν ἀπὸ τὸν ἐπαναπατρισμὸ μέχρι τὴν ἀπόλυση. Τίποτ’ ἄλλο».

(Μπορεῖ βέβαια νὰ συγκριθοῦν ὅλα αὐτὰ μὲ ἄλλους ἐπαναπατρισθέντες ποὺ εἶχαν φύγῃ ἐθελοντικῶς!)

Στὴν φωτογραφία, ποὺ ἔχει ληφθῇ κοντὰ στὰ σύνορα, βλέπουμε τοὺς ἐπαναπατρισθέντες Ἕλληνες αἰχμαλώτους, τὴν ὥρα ποὺ Ἀλβανὸς ἀξιωματικὸς τοὺς ὁδηγεῖ γιὰ νὰ τοὺς παραδόσῃ σὲ ἀντιπρόσωπο τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ.

Ὁ Κωνσταντῖνος εἶναι ὁ τελευταῖος  

Μπουγᾶς Ἰωάννης

Ἀκολουθοῦν μερικὰ ἀκόμη γνωστὰ περιστατικὰ τῆς ἐποχῆς, σχετικῶς μὲ τὴν αἰχμαλωσία Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ στρατιωτῶν.

Μία εικόνα 1000 λέξεις: Έλληνες αιχμάλωτοι επιστρέφουν το 1956 από την Αλβανία

Μία από τις πιο άγνωστες και μαύρες ιστορίες του εμφυλίου είναι το κεφάλαιο που έκλεισε ακριβώς επτά χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του. Αφορά στις συνθήκες σκλαβιάς που έζησαν οι όμηροι που πήραν μαζί τους κατά την άτακτη υποχώρησή τους στην Αλβανία μετά την ήττα στον Γράμμο οι δυνάμεις του ΔΣΕ. Ένα μείγμα από αιχμαλώτους του τακτικού στρατού, ανδρών και γυναικών από γύρω χωριά αλλά και ανθρώπων που ακολούθησαν τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ και πίστεψαν ότι στην γειτονική χώρα θα ζήσουν την ζωή που ονειρεύθηκαν σε μία σοσιαλιστική χώρα και τελικά αναγκάσθηκαν να δουλεύουν κάτω από άθλιες συνθήκες σχεδόν σαν αιχμάλωτοι πολέμου.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Πριν μπει το καλοκαίρι του 1949 και γείρει οριστικά η πλάστιγγα υπέρ του τακτικού στρατού ο Δημοκρατικός Στρατός (ΔΣ) είχε καταφέρει καίρια πλήγματα κυρίως στην 75η ταξιαρχία, όπου πέραν από τις ανθρώπινες απώλειες που προκάλεσε κατάφερε να αιχμαλωτίσει τόσο αξιωματικούς όσο και οπλίτες του Ελληνικού Στρατού. Προσπάθησε να τους εντάξει στις δυνάμεις του ΔΣΕ – ανεπιτυχώς, καθώς οι τελευταίοι γνώριζαν ότι ουσιαστικά ο πόλεμος είχε κριθεί – παρέμεναν όμως αιχμάλωτοι και ακολουθούσαν τις κινήσεις του ΔΣ στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας και την Ηπείρου.

Μετά την κατάρρευση του ΔΣΕ τον Αύγουστο του 1949, οι αντάρτες περνούσαν στην Αλβανία και εκεί κατέθεταν τον οπλισμό τους στους Αλβανούς. Στην σύγχυση της υποχωρήσεως όσοι από τους αιχμαλώτους μπόρεσαν κατέφυγαν στον ΕΣ πολλοί όμως ακολούθησαν τους αντάρτες στην γειτονική χώρα και εγκλωβίστηκαν εκεί.

 

Οι μαχητές του ΔΣΕ στις επόμενες εβδομάδες που ακολούθησαν μοιράσθηκαν στα κράτη του Ανατολικού μπλοκ, κανένα όμως ανατολικό κράτος δεν ήθελε να πάρει τους αιχμαλώτους που πέρασαν στην Αλβανία για να μη δημιουργηθούν διπλωματικές προστριβές με την Ελλάδα, έτσι οι αιχμάλωτοι αυτοί έμειναν στην Αλβανία, αιχμάλωτοι ενός στρατού (του ΔΣΕ) που πλέον δεν υπήρχε.

Οι μαρτυρίες Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και ο νεαρός τότε γιατρός – και μετέπειτα γνωστός χειρουργός στην Αθήνα – Νικήτας Αγαπητίδης ο οποίος κατέγραψε ψύχραιμα δεκαετίες αργότερα την εμπειρία του στο βιβλίο «Το Χρονικό της Αιχμαλωσίας (1949 – 1956). Εθελοντής οπλίτης από τα Δωδεκάνησα θα πιασθεί αιχμάλωτος από τους αντάρτες έξω από την Πυρσόγιαννη, την ώρα που χειρουργούσε. Θα τους ακολουθήσει έως τα τέλη Αυγούστου και θα περάσει «μέσα», όπως αποκαλείτο η Αλβανία, μετά την τελική εκκαθάριση. Εκεί, αρχικά θα φιλοξενηθεί σε ένα νοσοκομείο ανταρτών στην Κορυτσά και στην συνέχεια, πιστεύοντας πως η τύχη τους θα περάσει στα χέρια των Αλβανών, όπως αφηγείται,  θεωρούσαν την συγκεκριμένη εξέλιξη θετική καθώς πίστευαν ότι πλέον είχαν να κάνουν με ένα κράτος μέλος του ΟΗΕ, το οποίο μέσα από τις τυπικές διαδικασίες θα φρόντιζε για τον επαναπατρισμό, τόσο τον δικό του όσο και των εκατοντάδων άλλων, που ευρέθησαν στην ίδια δυσχερή θέση.

 

Στο βιβλίο αναφέρονται οι άθλιες συνθήκες κρατήσεώς τους σε στρατόπεδα συγκεντρώσεων χωρίς τις ελάχιστες συνθήκες υγιεινής και τις μηδαμινές μερίδες φαγητού, καθώς και την εξοντωτική εργασία από την ανατολή έως την δύση του ήλιου, που οδήγησε αρκετούς συμπατριώτες μας στον θάνατο. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά υπήρχαν περιπτώσεις όπου «τοὺς κρατουμένους, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς τιμωρίες, τοὺς στέλνουν νὰ κάνουν καὶ βαρειὲς δουλειές, πολλὲς φορὲς ἄσκοπες. Τοὺς βάζουν νὰ μποῦν σὲ βάλτους καὶ νὰ κόψουν βοῦρλα, ἀλλὰ οἱ βάλτοι εἶναι γεμάτοι βδέλλες καί, σὲ λίγο ἀπὸ τὰ πόδια τους, ἀρχίζουν νὰ τρέχουν, ἀπὸ πολλὰ σημεῖα, αἵματα. Τὸ αἷμα δὲν σταματᾶ καὶ οἱ κρατούμενοι σοφίζονται τοῦ κόσμου τοὺς τρόπους γιὰ νὰ τὸ σταματήσουν».

 

Γίνονται αναφορές για προσπάθειες αποδράσεως, οι οποίες μεταφράστηκαν σε αρκετά χρόνια φυλακίσεως, για σαδιστές επί κεφαλής, οι οποίοι τους αντιμετώπιζαν ως «σαμποτέρ στο όραμα του σοσιαλισμού» και άλλες κωμικοτραγικές ιστορίες. Και όλα αυτά με τα χρόνια να περνούν να αλλάζουν στρατόπεδα και εργασίες (γεωργικές, διάνοιξη δρόμων, αποστραγγιστικά, οικοδομικά κ.α.) χωρίς να υπάρχει φως στον ορίζοντα.

 

Η ελληνική πλευρά δεν επιθυμούσε να ανοίξει διάλογο με την Αλβανία – με την οποία να μην ξεχνάμε ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση και αμφισβητούσε την εδαφική της υπόσταση – αλλά ταυτόχρονα φοβόταν να αγγίξει το θέμα άμεσα αν δεν ξεκαθάριζε την «εθνικοφροσύνη» των συμπολιτών μας που επέστρεφαν.

 

Το 1956 ανευρέθη τελικά μία φόρμουλα επαναπατρισμού με το σόφιμα ότι εισήλθαν παράνομα στο έδαφος της Αλβανίας και ως τέτοιους οι Αλβανοί τους απέλασαν.

 

Η επιστροφή

Τον Αύγουστο του 1956 η Ελλάδα θα στείλει στο λιμάνι του Δυρραχίου το πλοίο «Αλιάκμων» να παραλάβει 217 αιχμαλώτους από ένα σύνολο που ξεπερνούσε τους 500. Πρόκειται ουσιαστικά για την πρώτη φουρνιά που είχαν «λευκό μητρώο πολιτικών φρονημάτων» και οι οποίοι μετεφέρθησαν στον Πειραιά στις 24 Αυγούστου 1956, από όπου και η κεντρική φωτογραφία με τους απελευθερωθέντες αιχμάλωτους να φιλούν το ελληνικό έδαφος, με το που έδεσε το «Αλιάκμων».

 

 

(Visited 194 times, 1 visits today)




Leave a Reply