Ξένοι (οὐδέτεροι;;;) παρατηρητὲς στὴν Κύπρο τὸ 1974

Δὲν σχολιάζω…

Ἐθνοφρουρὸς τοῦ 1/211 μέσα στὸ «ΛΗΔΡΑ ΠΑΛΑΣ» κατὰ τὶς μάχες τοῦ ΑΤΤΙΛΑ Ι.
Παντοῦ ἀνταποκριτὲς ξένου τύπου, καταγράφουν τὸν τιτάνιο ἀγώνα τῶν ἀνδρῶν τοῦ 1/211 νὰ κρατήσουν τοὺς Τούρκους μακρυὰ ἀπὸ τὴν «πράσινη γραμμή».

Μαρτυρία τοῦ Γιώργου Μπατσικούρα ἀπὸ τὴν Νέδουσα Ταϋγέτου, ὁπλίτου τῆς 105 σειρᾶς, ποὺ πολέμησε στὴν πρώτη γραμμὴ ὡς πολυβολητὴς τῆς 2ας διμοιρίας τοῦ 2ου λόχου, στὶς μάχες 14,15,16 Αὐγούστου 1974, ὅπου 6.900 ἄνδρες τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ ἐκτύπησαν τοὺς 318 ἘΛΔΥΚαρίους ποὺ ὑπερασπίζοντο τὸ στρατόπεδο τῆς ΕΛΔΥΚ.

«… Φθάνοντας στὸ ἴσιωμα ὑπῆρχαν παντοῦ δένδρα εὐκάλυπτοι κλπ. Δίπλα στὰ δένδρα ἦταν δρόμος καὶ δίπλα στὸν δρόμο ἦταν ἕνα αὐλάκι ποὺ ἔπεφταν τὰ ἀπόβλητα τῶν μαγειρείων. Σὲ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο μᾶς περίμενε ὁ Κόλλιας. Ὅταν μὲ εἶδε μὲ τὶς σφαῖρες καὶ τὸ πολυβόλο μὲ διέταξε: «πέταξέ τα γιὰ νὰ μπορέσῃς νὰ περπατήσῃς». Ἄφησα τὶς δύο δεσμίδες καὶ συνέχισα μὲ τὶς ἄλλες δύο καὶ τὸ πολυβόλο παραμάσχαλα.

Βγαίνοντας ἀπὸ τὸ στρατόπεδο τῆς ΕΛΔΥΚ, πήγαμε ν’ ἀνεβοῦμε τὸν δρόμο ποὺ πήγαινε στὸ Κολλέγιο. Στὴν ἀνηφόρα μᾶς εἶδαν οἱ τοῦρκοι ἀπὸ 11ο Τ.Σ. καὶ ἄρχισαν νὰ μᾶς ῥίχνουν ἀπὸ μακρυά. Σηκώσαμε τὰ χέρια καὶ τὰ κουνούσαμε καὶ ἔτσι σταμάτησαν νὰ μᾶς ῥίχνουν. Ἴσως νὰ νόμισαν πὼς ἤμασταν τοῦρκοι καὶ συνοδεύαμε αἰχμαλώτους.

Συνεχίσαμε καὶ ὅταν περάσαμε τὸ κτίριο τοῦ Κολλεγίου, ἄρχισαν νὰ μᾶς βαροῦν μὲ ὅλμους. Καθίσαμε ἀκίνητοι πίσω ἀπὸ τὸ Κολλέγιο καὶ οἱ ὅλμοι περνοῦσαν ἀπὸ ἐπάνω μας, ἔτσι ξαναγλυτώσαμε. Φύγαμε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέσαμε σὲ κάτι ἀμπέλια. Ἦταν ἡ ὥρα 6:00 τὸ ἀπόγευμα περίπου. Συνεχίσαμε νὰ βαδίζουμε προσεκτικὰ καὶ δὲν συναντήσαμε κάποιον.

Βρεθήκαμε ἐμπρὸς σὲ ἕνα μικρὸ στρατόπεδο τοῦ ΟΗΕ. Πῆγε ἕνας ἀπὸ μᾶς νὰ πάρῃ λίγο νερὸ καὶ οἱ ΟΗΕδες τὸν ἔδιωξαν καὶ μᾶς φώναζαν νὰ ἀπομακρυνθοῦμε. Φεύγοντας ἀπὸ ἐκεῖ κρυφθήκαμε σὲ κάτι δένδρα ποὺ ἦσαν πιὸ κάτω, γιατί περνοῦσαν ἀεροπλάνα ἀπὸ ἐπάνω μας. Ἤμασταν σχεδὸν ὅλος ὁ Λόχος, καμμιὰ 90αριά ἄτομα. Μετὰ συνεχίσαμε καὶ φθάσαμε σ’ ἕνα μέρος ποὺ λεγόταν Λακατάμεια, προάστιο τῆς Λευκωσίας.

Περάσαμε τὴ νύκτα σὲ ἕνα κτίριο ἑνὸς ἀμπελώνα. Τὸ πρωὶ ἦλθαν αὐτοκίνητα καὶ μᾶς πῆραν καὶ πήγαμε σ’ ἕνα στρατόπεδο. Φάγαμε ἕνα αὐγὸ καὶ προσπαθούσαμε νὰ συνέλθουμε. Ἀρχίσαμε νὰ μαθαίνουμε γιὰ τοὺς σκοτωμένους ἀπὸ τοὺς ἄλλους Λόχους. Μόνο τὸν Σταυρουλόπουλο θέλαμε νὰ βλέπουμε, τοὺς ἀξιωματικοὺς ποὺ ἦταν μαζύ μας στὶς μάχες καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν τριῶν Λόχων ποὺ πολέμησαν μαζύ μας. Ἅμα δὲν ἦταν αὐτοὶ θὰ εἴχαμε χαθῆ ὅλοι. Κάποιους ἀμάχους ἀξιωματικοὺς ποὺ τὸ ἔπαιζαν σκληροί τους εἴχαμε γραμμένους. Πολλὰ παιδιὰ ἦσαν σὰν τρελλαμένα. Μᾶς ἔσωσε ὁ Σταυρουλόπουλος ποὺ πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ φύγουμε, γιατί οἱ ἄμαχοι ψευτοστρατηγοὶ ἀπὸ τὰ γραφεῖα τους, ἤθελαν νὰ μείνουμε καὶ νὰ σκοτωθοῦμε ὅλοι «γιὰ τὴν τιμὴ τοῦ στρατοπέδου», ὅπως μάθαμε….»

Στὴν φωτογραφία, ποὺ ἔχει τραβηχθῆ λίγο μετὰ τὸν πόλεμο, φαίνονται ἀριστερὰ ὁ Διοικητὴς τῆς ΕΛΔΥΚ Συνταγματάρχης Νικόλαος Νικολαΐδης καὶ δεξιὰ ὁ Ὑποδιοικητὴς καὶ τελευταῖος Στρατοπεδάρχης τῆς ΕΛΔΥΚ Ἀντισυνταγματάρχης Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος – οἱ σχέσεις τοὺς παρέμειναν τεταμένες μετὰ τὴν Μάχη τοῦ Στρατοπέδου.

Δημητριάδης Κωνσταντῖνος

(Visited 143 times, 1 visits today)




Leave a Reply