Δοξασίες κι ἄλλά τινα…

Κι ἐκεῖ λοιπὸν ποὺ καθόμουν ἥσυχα ἥσυχα σὲ ἕνα παγκάκι, κάτω ἀπὸ τὰ πεῦκα, διαβάζοντας τὸ βιβλίο μου, ἐμφανίζεται ἕνα γνωστὸς γιὰ νὰ μὲ …συγχύσῃ ὅσο οὐδέποτε κάποιος ἄλλος. Ἐκτὸς τοῦ ὅ,τι ἔκατσε δίπλα μου προσπαθῶντας νὰ ἀνοίξῃ κουβέντα (μὲ τὸ ζόρι), μὴ σεβόμενος τὴν ἀνάγκη μου γιὰ ἡρεμία, κάποιαν στιγμὴ εἶδε τὸ βιβλίο μου καὶ τὸν ἔπιασε …ὑστερία.

«Πῶς εἶναι δυνατόν νά διαβάζῃς Ἱστορία τήν στιγμή πού ἡ χώρα καταστρέφεται; Γιατί δέν ξεκινᾶς νά διαβάζῃς τίς προφητείες τοῦ Τάδε ἤ τοῦ Δείνα, μήπως καί καταλάβῃς κάτι, γιά νά βοηθήσῃς τήν οἰκογένειά σου νά σωθῇ;»

Αὐτὰ κι ἄλλα παρόμοια ξεκίνησε νὰ λέῃ… Μέσα μου δύο ἀντικρουόμενες ἐπιθυμίες πολεμοῦσαν γιὰ νὰ ἐκφρασθοῦν. Ἡ μία μοῦ ὑπαγόρευε νὰ μὴν ἀπαντήσω καὶ νὰ τὸν ἀφήσω νὰ λέῃ μόνος του, ἔως νὰ βαρεθῇ καὶ νὰ φύγῃ. Ἡ  ἄλλη ἦταν νὰ τοῦ σούρω τὰ ἐξ ἁμάξης, νὰ «περιλάβω» τὶς μ@λακίες του, μία πρὸς μία καὶ νὰ τὸν στείλω στὸν ἀγύριστο…

Στὴν ἀρχὴ σιώπησα, ἀλλὰ μέσα μου ἔβραζα. Τελικῶς δὲν κρατήθηκα καὶ τὸν περιέλαβα, ἐξηγῶντας του, γιὰ ἀρχή, πὼς τὸ νὰ γνωρίζῃ κάποιος σὲ βάθος τὶς κάθε λογῆς προφητεῖες δὲν τοῦ διασφαλίζει τὶς ἀναγκαῖες, κατ’ αὐτόν, πιθανότητες ἐπιβιώσεως. Ἡ μόνη πιθανότης ἐπιβιώσεώς του, ἐφ΄ ὅσον μόνον αὐτὸ τὸν ἀπασχολεῖ, δὲν εἶναι τὸ νὰ ἐναποθέσῃ τὴν Μοίρα του στὰ χέρια τοῦ θεοῦ του, ἀλλὰ νὰ πολεμήσῃ. Κι ὄχι ἁπλῶς τὸ νὰ πολεμήσῃ κάποιαν στιγμὴ στὸ μέλλον, ὄντας, ἔως τώρα ἀλλὰ καὶ ἔως τότε, ἄκαπνος καὶ ὑπέρ-βολεμένος, διότι εἶναι βέβαιον πὼς θὰ ἀφανισθῇ μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες. Ἀλλὰ νὰ ξεκινήσῃ ἀπὸ …ἐχθὲς τὸν πόλεμο, σὲ κάθε ἐπίπεδον τῆς ζωῆς του, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν ἴδιον του τὸν ἑαυτό.

Εἶπα ἀρκετὰ μὲ διαρκῶς ὑψουμένη φωνή, ἀλλὰ αὐτὸς ἐπέμενε ἠλιθιωδῶς νὰ μοῦ ἐπεξηγῇ τὸ τί εἶπε ὁ ἕνας ἅγιος καὶ ὁ ἄλλος ὅσιος. Τελικῶς, μὴ ἀντέχοντας τὴν ὑστερία του, ἀνεφώνησα, περίπου, τὰ ἐξῆς:

«Καί ποιός σοῦ ἐγγυᾶται βρέ Τάδε μου πώς θά προλάβης; Ποιός σοῦ ἐγγυᾶται πώς διαθέτεις ἤδη τήν ἀναγκαία ἐκείνη εἰλικρίνεια καί εὑρύτητα πίστεως πού θά σέ βοηθήση νά «περάσῃς τήν πύλη τῆς Κολάσεως» ἀβλαβής; Ποιός τέλος πάντων δεσμεύεται γιά τήν ζωή σου, ὅταν ἐσύ ἀρνεῖσαι νά τήν ὑπερασπισθῇς καί τήν ἔχεις ἐναποθέσῃ κάπου ἀλλοῦ; Ποιός θεός τέλος πάντων σέβεται ἕνα ποίμνιο πού ἔχει παραιτηθῆ οἰκειοθελῶς ἀπό τό νά ὑπερασπίζεται τό «ἔχειν» του μά κυρίως τό, ὑποτιθέμενο, δικαίωμα στήν ζωή; Ποιά συμπαντική δύναμις θά σέ «καλύψη» γιά νά μή σέ προσβάλουν ἐπιθετικές πράξεις κι ἐνέργειες; Ποιός θά σέ κάνη …ἀόρατο ἀπό τά μάτια αὐτῶν πού θά θελήσουν νά σέ …καθαρίσουν;…»

Εἶπα κι ἄλλα, ἀνάλογα καὶ ὁ κος Τάδε ἄφωνος καὶ (μᾶλλον) τρομοκρατημένος ἄρχισε νὰ σταυροκοπιέται. Σηκώθηκα νὰ φύγω. Δὲν τὸν λυπόμουν. Ἀντιθέτως μάλιστα. Ποιός ἦταν αὐτός, μὰ καὶ ὁ κάθε «αὐτός», πού θεωροῦσε τόν πλανήτη τσιφλίκι του; Ποιός ἦταν αὐτός πού, ἀκριβῶς ἐπεὶ δῆ θεωροῦσε τὸν πλανήτη τσιφλίκι του, ἀπαιτοῦσε ἀπό τόν θεό του νά τόν προστατεύσῃ κατ΄ …ἐξαίρεσιν, ἀκυρώνοντας γιά τήν …πάρτη του Φυσικούς Νόμους προαιωνίους; Γιατί ὁ κάθε κύριος τάδε νά πιστεύῃ/ἐλπίζῃ πώς θά τόν λυπηθῇ ἡ Φύσις, ἐφ΄ ὅσον πρῶτος αὐτός κατεπάτησε ὅλους τούς νόμους της; Σκυλιά δέν ἔχει στήν περιοχή του; Γατιά ἴσως; Δέν ἔχει διαπιστώση ἰδίοις ὅμμασι πώς τά ἀνήμπορα ζῶα τά ἐγκαταλείπουν οἱ μάννες τους γιά νά μήν ἐπιβαῤῥύνουν τόν κόσμο μας; Δέν ἔχει διαπιστώση ἐμπράκτως πώς ὅποιος ἀρνεῖται νά πολεμήσῃ ὑπερασπιζόμενος τήν ζωή, γιὰ τὰ πάντα ὅμως καὶ κάθε στιγμή, παραιτεῖται αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων αὐτοβούλως;
Τί στό καλό; Δέν μπορεῖ νά ἀντιληφθῇ πώς ὁ ἴδιος εἶναι ἕνα τίποτα ἐμπρός στό Σῦμπαν καί τό Ὅλον;

Αἰσθανόμουν τόσο βαθύτατα προσβεβλημένη καὶ προδομένη, ποὺ οὔτε θέλησα νὰ παραμείνω περισσότερο ἐκεῖ. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἐπέστρεψα γιὰ νὰ τοῦ πῶ τὸ ἁπλό:

«Σῦν Ἀθηνᾷ καὶ χείρα κίνει… ἤ ἐὰν θέλῃς, «βοῆθα Παναγιά μου» – «ναί, ἀλλὰ κοῦνα κι ἐσὺ τὰ χέρια σου»…»

Κι  ἔφυγα. Ἔφυγα μὲ ἐντόνους προβληματισμοὺς καὶ Ὀργή. Ἔφυγα ἀπογοητευμένη καὶ μὲ τὰ χειρότερα προαισθήματα. Ἔφυγα διότι συνειδητοποίησα πὼς μέσα βαθειὰ στὸν κάθε κύριο Τάδε διάφορες δοξασίες (ὄχι μόνον θρησκευτικοῦ περιεχομένου) ἔχουν χρησιμοποιηθῆ -ἀπὸ τὸν ἴδιον καὶ μόνον- γιὰ νὰ ἀκυρωθῇ καὶ νὰ ἐξοβελισθῇ ἡ λογική του. Ἔχει κυριολεκτικῶς ἐναποθέσῃ τὴν ὕπαρξίν του σὲ κάτι ἔξω ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἐλπίζει στὸ κουτουροῦ καὶ στὸ τίποτα, ἂν καὶ στὴν πραγματικότητα καθημερινῶς ἀπογυμνώνεται ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ θὰ μποροῦσε μόνος του νὰ ἐνεργοποιήσῃ, νὰ ἰσχυροποιήσῃ καὶ νὰ ἐνδυναμώσῃ, πρὸ κειμένου νὰ τὸν προστατεύσουν.
Καί, καλά… Αὐτὸς εἶναι αὐτοκτονικός, ἴσως. Τά παιδιά του; Τά ἐγγόνια του; Ὅλοι αὐτοί πού ἔχουν δέση τίς ζωές τους μέ τίς ἀρλουμπολογίες τοῦ κάθε κυρίου Τάδε; Θυσία ὅλοι; Θυσία σκέτη κι ἀναίτιος; Κι ὅλα αὐτά γιατί; Διότι ὁ κάθε κύριος Τάδε ἠρνήθη νά ὑπερασπισθῇ ὅλα αὐτά πού ὁ ἴδιος θεωρεῖ αὐτονόητα;

Δὲν μπορῶ νὰ ἀπαντήσω ἀντ’ αὐτοῦ τοῦ κάθε κυρίου Τάδε. Μπορῶ ὄμως νὰ προβλέψω, ὄχι σὰν προφήτης ἀλλὰ σὰν στοιχειωδῶς σκεπτόμενον ὄν, πὼς τὸ τέλος του εἶναι πολὺ κοντά.
Δυστυχῶς μας.

Φιλονόη

Σημείωσις

Κι ἀκριβῶς ἐπεὶ δὴ δὲν πρόκειται μόνον γιὰ τὶς θρησκευτικοῦ τύπου καὶ λογικῆς δοξασίες, ἂς ἐπαναλάβω τὶς ἀπόψεις ποὺ κυκλοφοροῦν περὶ διασώσεώς μας, ἀπὸ τὴν τουρκικὴ ἐπιθετικότητα. Ποῖος μωρέ θά πολεμήση γιά ἐμᾶς; Ποῖος θά στείλη τά παιδιά του νά πεθάνουν γιά νά μήν κουνήσουμε ἐμεῖς τόν κῶλο μας; Ποῖος τέλος πάντων θά μᾶς λύση προβλήματα, ἐάν ἐμεῖς ἀδιαφοροῦμε;
Θέλετε νά σᾶς πῶ; Οὐδείς. Γιὰ αὐτὸ καὶ θὰ πονέσουμε περισσότερο ἀπὸ ὅσο ἀντέχουμε, πρὸ κειμένου, ἐὰν πράγματι ὑφίσταται αἴτιον -καὶ κατ’ ἐπέκτασιν λογικῶς στηριζομένη ἐλπὶς- ἐπιβιώσεώς μας, αὐτὸ θὰ συμβῇ μόνον ἐὰν μόνοι μας τὸ κερδίσουμε. Μόνοι μας θὰ πράξουμε ὅ,τι χρειάζεται. Μόνοι μας καὶ μόνον μόνοι μας.

εἰκόνα

 

(Visited 193 times, 1 visits today)




One thought on “Δοξασίες κι ἄλλά τινα…

  1. “Εἶχε ζώσει ὁ σουλτάνος τὴν Πόλη, ὁ βασιλιὰς [=Κωνσταντῖνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος], σὰν γενναῖος ποὺ ἦταν ἤθελε νὰ πολεμήση, ἀλλὰ οἱ σύμβουλοί του τὸ μόνο ποὺ ἔκαναν ἦταν νὰ λένε Κύριε ἐλέησον!” (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης).
    “Τὸ πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ ἀερολογία” (Κωνσταντῖνος Παπαρρηγόπουλος).

Leave a Reply