Η έννοια ή ο όρος «αποτυχημένο κράτος» (failed state) χαρακτηρίζει μία χώρα, η οποία δεν έχει επιτύχει σε ορισμένες ή σε όλες τις βασικές λειτουργίες της – έχοντας ενδεχομένως χάσει έμμεσα την εθνική της κυριαρχία.
Μεταξύ άλλων, «αποτυχημένη» θεωρείται μία χώρα, η νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση της οποίας αδυνατεί να λάβει αποφάσεις, να παρέχει σωστές δημόσιες υπηρεσίες ή να συνεργάζεται με άλλα κράτη ισότιμα, ως μέλος της διεθνούς κοινότητας (της Ε.Ε., της Ευρωζώνης κλπ.).
Τυχόν αδυναμία της χώρας δε να επιβιώσει με δικά της μέσα, εξαρτώμενη από τρίτους, όπως στο παράδειγμα της Ελλάδας, η οποία ευρίσκεται στο «χρηματοδοτικό ορό» της Τρόικας, είναι ένα ακόμη βασικό στοιχείο ενός «αποτυχημένου κράτους».
Σύμφωνα τώρα με τη γερμανική βιβλιογραφία, «αποτυχημένο» θεωρείται ένα κράτος που δεν μπορεί να εκπληρώσει τρεις κεντρικές λειτουργίες για τους Πολίτες του: να τους παρέχει ασφάλεια, ευημερία και νομιμότητα, με την έννοια του ολοκληρωμένου Κράτους Δικαίου.
Με την πλήρη ανασφάλεια από οικονομικής και όχι μόνο πλευράς, στην οποία έχει βυθιστεί η Ελλάδα, με την «κατάρρευση» των συνθηκών ευημερίας, με την απορρύθμιση του κοινωνικού κράτους, καθώς επίσης με την περιορισμένη λειτουργία του Κράτους Δικαίου (μεταξύ άλλων, επειδή ορισμένες αποφάσεις των δικαστηρίων δεν γίνονται αποδεκτές από την κυβέρνηση ή τίθενται σε αμφιβολία από το ΔΝΤ, ενώ το σύνταγμα γίνεται ελάχιστα σεβαστό), είναι δύσκολο να αποδεχθεί κανείς ότι, δεν είναι ένα σχεδόν πλήρως αποτυχημένο κράτος. Συνέχεια →