Στὴν ἀρχὴ τῆς κρίσεως ἡ κυριάρχος ἀπόφανσις, ἦταν: «ε, δὲν θὰ γίνουμε Βουλγαρία».
Ἦταν τόση ἡ ἄγνοια γιὰ τὸ τί εἶχε πραγματικὰ συμβεῖ, τόση ἡ βεβαιότης ὅτι εἴμαστε πλέον ὑψηλά, ὡς ὁ λαὸς ποὺ «κατεξιώθη καὶ ἀνήκει στὸν σκληρὸ πυρήνα τῆς Εὐρώπης», τόση ἡ ξιπασιὰ ἀπέναντι στοὺς κατωτέρους γείτονές μας, ποὺ θὰ ἀνεχόμασταν πολλά, ἀλλὰ ὄχι δὰ καὶ νὰ γίνουμε, ἐμεῖς οἱ ἄρχοντες, ἡ βαρειὰ ἀριστοκρατία τῶν Βαλκανίων, Βουλγαρία. Καὶ γιὰ νὰ μὴ γίνουμε Βουλγαρία μὲ τίποτα ἀποκοτιές, δώσαμε στὰ γρήγορα ἄφεσι στὴν ἀλητεία ποὺ μᾶς κατήντησε στὴν χρεωκοπία καὶ τῆς ἀναθέσαμε νὰ συνεχίσῃ νὰ μᾶς κυβερνᾷ γιὰ νὰ μᾶς σώσῃ.
Συνέχεια →