Χρόνια τόσα, πόλη – ἀδελφή!Πόλη μὲ τὰ λερὰ δρομάκια! Καὶ μὲ τὸ λερό σου ποτάμι.
Τὸ κίτρινό σου ποτάμι ποὺ παρασύροντας τὶς ἀναμνήσεις, μοῦ ἔδειχνε τὸν βυθό!
Χρόνια τόσα, πόλη – ἀδελφή!(ἀπόσπασμα)
Ὅσοι εἶστε ἀκόμα ζωντανοί, ἐλᾶτε ὁλόγυρά μου…
φωνάζει ὁ Διάκος, κ’ ἔρχονται… δὲ μένουν παρὰ δέκα…
ὁ ἥλιος στέκει γιὰ νὰ ἱδῇ. Κάθε στιγμὴ ποὺ φεύγει
τοὺς ἔσφιγγε στενὰ στενὰ στὴν ἀγκαλιά του ὁ Χάρος. Συνέχεια

Ἂν εἶναι νὰ σωθῇ ἡ Πατρίδα μου…
Πουλάω τὴν γυναῖκα μου!
Πουλάω τὸ παιδί μου!
Πουλάω τὸν πατέρα μου!
Πουλάω τὴν ἀδελφή μου! Συνέχεια
Ἤθελα νἄμουν τσέλιγκας
Ἤθελα νἄμουν τσέλιγκας, νἄμουν κ᾿ ἕνας σκουτέρης,
νὰ πάω νὰ ζήσω στὸ μαντρί, στὴν ἐρημιά, στὰ δάσα,
νἄχω κοπάδι πρόβατα, νἄχω κοπάδι γίδια,
κ᾿ ἕνα σωρὸ μαντρόσκυλα, νἄχω καὶ βοσκοτόπια,
τὸ καλοκαίρι στὰ βουνά, καὶ τὸν χειμῶ στοὺς κάμπους. Συνέχεια